Κοντά στις πέντε τα ξημερώματα λάλησε ο Γκουρού. Όμως ο Λιλιάν ήταν ήδη ξύπνιος. Είχε βάλει και το ξυπνητήρι του για να είναι σίγουρος ότι δε θα ξεχαστεί στον ύπνο, όμως από την ανυπομονησία του ήταν δύσκολο να κοιμηθεί.
Πριν ετοιμαστεί για τα καλά, έβαλε τη φόρμα και τις γαλότσες του και πήγε αμέσως στο κοτέτσι. Πιστός στο καθημερινό του ραντεβού με τα κορίτσια, πήρε τον κουβά και έριξε σταράκι και πίτουρο αλεσμένο να φάνε. Καθάρισε το χώρο και έπλυνε μετά τα χέρια του. Στη συνέχεια πήγε να δει τα αριστουργήματά του όπως τα αποκαλούσε. Άνοιξε την πόρτα της κρύας αποθήκης και άναψε το φως. Στα πολλαπλά ράφια, ατελείωτα πεντανόστιμα και μοσχομυρωδάτα κεφάλια τυρί ήταν σχεδόν ώριμα. Σε ένα μήνα ακριβώς, ο πατέρας θα τα έστελνε στο Παρίσι για διανομή και πώληση. Πλησίασε και άγγιξε ένα καφετί. Ψηλάφισε το περίβλημά του και χαμογέλασε. «Περίμενέ με. Θα σου τα πω όλα τα νέα απόψε» είπε χαριτολογώντας προχωρώντας προς την έξοδο.


Γυρίζοντας προς το σπίτι αναπόλησε το τελευταίο δεκαήμερο και όσα συνέβησαν. Για την ακρίβεια δεν περίμενε ποτέ ότι θα κατάφερνε να φτάσει λιγουλάκι κοντά στο όνειρο. Θυμήθηκε επίσης μία Παρασκευή πριν αρκετό καιρό. Μία από τις ημέρες εκείνες που μαζεύονταν στο κεντρικό καφέ μπαρ του χωριού με την Κλελιά και το Φρανσουά, το ζευγαράκι συμμαθητές του καθώς και με άλλα παιδιά. Όταν παρέα με κρασάκι παραγωγής του θείου Ρισάρ, ο Λιλιάν έβγαζε την κιθάρα του. Το πιο πολύτιμο δώρο που απέκτησε ποτέ στη ζωή του και μάλιστα από τον άνθρωπο που υπεραγαπούσε και δεν ήθελε να απογοητεύσει ποτέ. «Γιε μου μια μέρα θα γίνεις μεγάλο αστέρι. Δεν θα κάτσεις εδώ για πολύ.» Λόγια γεμάτα νόημα. Ένα τέτοιο απόγευμα λοιπόν, η Κλελιά του έσφιξε την παλάμη και του είπε «Εμείς είμαστε οι πιο φανατικοί σου οπαδοί. Προχώρα!» Μπροστά στο δείλι, τότε, ο Λιλιάν κοίταξε τον ορίζοντα και αγνάντεψε το κεραμιδί χρώμα του ουρανού, βλέποντας όχι τον ήλιο που δύει αλλά ένα ένθερμο κοινό να φωνάζει ρυθμικά «Κι άλλο, κι άλλο!» και τότε με απόλυτη συναίσθηση ότι ονειρευόταν, έκλεισε τα μάτια του, καθώς τα δάκτυλα και η φωνή του ταξίδεψαν στο μαγικό κόσμο του Καμπρέλ και του Νταό.

Μία μοναδική ευκαιρία. Αυτό ήταν. Ένα σταλμένο βίντεο στο οποίο τραγουδούσε Πολναρέφ και ένα τηλεφώνημα ακριβώς μία εβδομάδα μετά. Ίσως, έλεγε μέσα του. Ίσως είναι η στιγμή του. Κι αν δεν είναι δεν πειράζει. Θα συνέχιζε να τραγουδάει για τους φίλους του, για τον πατέρα του. Με αυτές τις σκέψεις, έκανε μπάνιο και ντύθηκε. Στέγνωσε τα μαλλιά του και φόρεσε το κασκέτο του. Το γούρι του. Κάθε φορά που έπαιζε η αγαπημένη του ομάδα το φορούσε. Για τη νίκη και ακόμα παραπέρα. Μόνο που σήμερα αυτό που ήθελε ήταν να παίξει κιθάρα και να τραγουδήσει. Είχε προβάρει το τραγούδι του αρκετές φορές. Είχε αποφασίσει πως σημασία σήμερα δεν είχε η νίκη αλλά το ταξίδι. Η μαγεία και το δέος μπροστά σε ένα κοινό. Ήλπιζε στο χειροκρότημα.

Μέχρι να έρθει η Κλελιά και ο Φρανσουά να τον πάρουν, κάθισε να φάει πρωινό. Η μητέρα του του ετοίμασε φρυγανιστό ψωμί και ομελέτα με λουκάνικα. Μοσχομυριστός καφές φίλτρου είχε αγκαλιάσει την ατμόσφαιρα στην κουζίνα ενώ στο σερβίτσιο του δίπλα, φρέσκος χυμός πορτοκάλι ζωγράφιζε χαρωπά έντονα χρώματα στο τραπέζι. Ο πατέρας του φορούσε ήδη τα ρούχα της δουλειάς και ήταν έτοιμος να φύγει. Έπιασε το παιδί του από τον ώμο. «Ό,τι και να γίνει είσαι το δικό μου αστέρι. Και θα είμαι εκεί μαζί σου. Γιατί ξέρω ότι θα φύγεις. Αλλά θα είμαι εκεί. Πάντα. Στην πρώτη σειρά.» Χαμογέλασε ο Λιλιάν και αγκάλιασε τον πατέρα του. Στιγμιαία αναρωτήθηκε αν ήταν ευλογία το να είσαι ταλέντο ή να έχεις μία οικογένεια που το πρώτο πράγμα που σου έδωσε είναι αγάπη.

Το ταξίδι στο Παρίσι του φάνηκε μακρύς δρόμος. Αν και ο Φρανσουά είναι καλός οδηγός και σωστός, αν και ο δρόμος ήταν άδειος μέχρι τον περιφερειακό του Παρισιού, ο Λιλιάν ανυπομονούσε. Σε όλη τη διαδρομή έβλεπε το τοπίο και ονειρευόταν ότι βρισκόταν σε περιοδείες. Μαζί με μουσικούς. Να προβάρουν μουσικές, να γράφουν στίχους, να τραγουδούν ακόμα και να χορεύουν. Ονειρεύτηκε μεγάλα θέατρα, κόσμο, ίσως και κορίτσια γιατί όχι, αλλά πιο πολύ ονειρεύτηκε το χειροκρότημα. Τις ρυθμικές φωνές του κόσμου να φωνάζουν «Ανκόρ, Ανκόρ!», ονειρεύτηκε τον εαυτό του ταπεινό αλλά γεμάτο ενέργεια. Αχ αυτές οι επιθυμίες! Αυτά τα όνειρα που σου δίνουν φτερά, σου δίνουν πνοή! Είναι η ανάσα μετά από μία σκληρή μέρα εργασίας, είναι το ηλιοβασίλεμα αλλά και η ανατολή του ηλίου. Είναι αυτές οι κοπιαστικές μέρες μέσα στο εργαστήρι αλλά και η αποζημίωση στο τέλος, μία κιθάρα και ένα τραγούδι. Μία ανάσα, ένα συναίσθημα, το πάθος για τη μουσική.

Πέρασαν οι τρεις φίλοι την τεράστια πύλη του κλειστού θεάτρου. Μέχρι να εμφανιστεί, ο Λιλιάν γύρισε δύο βίντεο στα οποία σύντομα περιέγραφε το βιογραφικό του. Μόλις τελείωσε χαιρέτησε τους φίλους του. Ήξερε ότι θα τον έβλεπαν απομονωμένοι μαζί με τον παρουσιαστή από ειδική οθόνη. Εκείνος πήρε την κιθάρα του και οδηγήθηκε ακριβώς μπροστά από μία τεράστια σκοτεινή μεταλλική διπλή πόρτα. Προσπαθούσε να συγκεντρωθεί. Από την άλλη πλευρά της πόρτας άκουγε τον κόσμο. Ήταν η σκηνή. Κι αν γύριζε έστω και ενας κριτής; Ένας μόνο. Κι αν πάλι δεν άρεσε ; Δεν τον ένοιαζε. Ήρθε να τραγουδήσει για το κοινό. Σήμερα πραγματοποιούσε ένα όνειρό του. Οι εικόνες της καθημερινότητάς του πέρασαν από μπροστά του σαν ταινία. Ο πατέρας του, η μάνα του με τη ζεστή κατσαρόλα, ο Γκουρού και το κοτέτσι του, το τυροκομείο, η Κλελιά ο Φρανσουά και τα κρασιά, η κιθάρα του, ο Καμπρέλ και η Βερονίκ Σανσόν. Και τότε βρέθηκε ξαφνικά καθισμένος σε ένα σκαμπό, με την κιθάρα του στο χέρι, μπροστά από τέσσερις γυρισμένες με την πλάτη πολυθρόνες και ένα σιωπηλό κοινό. Τα φώτα όλα έσβησαν και ένας δυνατός προβολέας έπεσε επάνω του. Αχ! Ας γύριζε έστω μόνο ένας κριτής…

Ο πραγματικός καταπληκτικός πρωταγωνιστής της ιστορίας Λιλιάν Ρενό, που με ενέπνευσε να γράψω αυτήν την ιστορία, ήταν ο νικητής του γαλλικού The Voice το 2015 με συντριπτική διαφορά από την εξ’ ίσου εξαιρετική δεύτερη φιναλίστ Αν Σιλά.