Η Χριστίνα βγήκε από το σούπερ μάρκετ κρατώντας αρκετές τσάντες. Είχε καθυστερήσει το πρωί με τις δουλειές και αναγκάστηκε να βγει το απόγευμα για τα ψώνια, κάτι που δεν συνήθιζε. Ένιωσε την κούραση να την καταβάλει. Σκεφτόταν πως γυρίζοντας πίσω θα έπρεπε να τα τακτοποιήσει στα ντουλάπια και στο ψυγείο. Μια ακατανίκητη επιθυμία να τα πετάξει εκεί στη μέση του δρόμου και να αρχίσει να τρέχει την πλημμύρισε. Έσφιξε τα δόντια και κατέβασε το κεφάλι συνεχίζοντας τον δρόμο της γιατί ήξερε πως δεν θα το κάνει. Δεν είχε τη δύναμη; Τα κότσια; Ήταν ο φόβος της ανασφάλειας που την κρατούσε τόσα χρόνια σε μια αδιέξοδη κατάσταση η οποία γινόταν ολοένα και πιο ασφυκτική και έμοιαζε σαν θηλιά που σφιγγόταν κάθε μέρα και περισσότερο γύρω από τον λαιμό της. Σε λίγο θα την έπνιγε. Όμως τα χέρια της στέκονταν ανοιγμένα στα πλάγια. Νεκρά. Ανίκανα να ανέβουν μέχρι το λαιμό και να την ελευθερώσουν από τον βρόχο.

Άκουσε γέλια και ένα ζευγάρι εμφανίστηκε από την γωνία περνώντας μπροστά της. Ήταν δύο πολύ νέα παιδιά. Ίσως όχι πάνω από δεκάξι, δεκαεφτά χρονών. Απέπνεαν τη νιότη, τη φρεσκάδα της ζωής, τον έρωτα. Τους παρατηρούσε να βαδίζουν μπροστά της αγκαλιασμένοι. Κάθε τόσο στέκονταν και αντάλλασσαν φιλιά. Τα μαγικά φιλιά της άγνοιας. Όταν δεν γνωρίζεις τι σε περιμένει στην επόμενη στροφή. Όταν δεν ξέρεις πού θα σε βγάλει ο δρόμος. Κι είναι αυτή η άγνοια το πιο όμορφο συναίσθημα γιατί νομίζεις πως έτσι θα είναι πάντα. Πως θα νιώθεις το ίδιο. Εκείνη τη στιγμή που συναντάς το στόμα του αγαπημένου σου. Εσείς και το άπειρο. Κι όλο το σώμα κι η ψυχή συμμετέχει στην ιεροτελεστία της ανακάλυψης. Τα πιο γλυκά φιλιά είναι εκείνα που δεν μετουσιώθηκαν σε πράξη. Οι πιο δυνατοί έρωτες είναι οι ανεκπλήρωτοι γιατί πάντα τους πλάθεις από την αρχή και τους ζεις ξανά και ξανά. Κανένας δεν μπορεί να στους αγγίξει γιατί είναι μόνο δικοί σου.

Αυτή η διαδρομή του μυαλού έφερε τη Χριστίνα στην ηλικία του ζευγαριού που βάδιζε μπροστά της. Μαθήτρια ακόμα της Δευτέρας Λυκείου. Είχαν πρόβα στην χορωδία και καθυστέρησαν. Κι εκείνη στεκόταν πάνω από το πιάνο που έπαιζε ο Στέφανος και παρακαλούσε να μην σταματήσει ποτέ. Ακολουθούσε τον χορό των δακτύλων του πάνω στα πλήκτρα και αναρωτιόταν πώς όλο αυτό που έφτανε στα αυτιά της της δημιουργούσε τόσα συναισθήματα. Άραγε θα μπορούσαν τα δάχτυλά του να χορέψουν στο σώμα της την ίδια μουσική; Ανατρίχιασε ολόκληρη και ένιωσε κάτι σαν σπασμό χαμηλά στην κοιλιά. Η καθηγήτρια ανακοίνωσε το τέλος της πρόβας και η αίθουσα άδειασε. Ο Στέφανος έμεινε τελευταίος. Κάθε του κίνηση αργή. Έκλεισε το καπάκι του πιάνου και περπάτησε προς την έξοδο. Η Χριστίνα έκανε πως προσπαθούσε να βάλει το μπουφάν της. Την πλησίασε και προσφέρθηκε να την βοηθήσει. Το αδύναμο φως της δύσης διέγραφε περισσότερο σκιές και σιλουέτες παρά χαρακτηριστικά. Τα πρόσωπά τους μια ανάσα απόσταση. Οι αναπνοές έγιναν πιο γρήγορες σαν να είχαν τρέξει χιλιόμετρα. Την τράβηξε απαλά στην άκρη του πεζοδρομίου πίσω από ένα δέντρο. Οι παλμοί της καρδιάς σαν να πάλευαν μέσα σε τρικυμισμένη θάλασσα. Της έπιασε απαλά το πιγούνι και έφερε τα χείλη του στα δικά της. Η Χριστίνα ένιωσε να χάνεται. Να ρευστοποιείται όπως το λιωμένο κερί που φτιάχνει δρόμους και σχηματίζει σταλακτίτες στο άγουρο κορμί. Τα χείλη του πίεσαν απαλά τα δικά της και την παρέσυραν σε ένα πρωτόγνωρο μεθύσι που συμμετείχαν όλες τις οι αισθήσεις. Πώς να ξεχάσεις αυτό το πρώτο φιλί. Ακόμα ένιωθε τα νωπά της χείλη να αναζητούν τα δικά του. Ακόμα την τύλιγε το πέπλο του ανεκπλήρωτου.

Το ζευγάρι έστριψε σε ένα στενό κι η Χριστίνα το ακολούθησε. Δεν ήθελε με τίποτα να ξεφύγει από την ανάμνησή της. Όση ανάσα είχε την έδινε για να μείνει εκεί. Να μην επιστρέψει ποτέ πίσω. Σε όσα νόμιζε ζωή μα που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας αργός θάνατος. Παρατηρητής της ζωής. Αυτό είχε γίνει. Την έβλεπε απλώς να περνάει από μπροστά της φορώντας το λευκό της φόρεμα με τα λιλά μπουμπούκια που δεν άνθισαν ποτέ.

Το βάρος από τις τσάντες της πόνεσε τα χέρια και τους ώμους. Πόση ώρα περπατούσε δεν ήξερε. Το μόνο που ήξερε ήταν πως είχε απομακρυνθεί πολύ από τον προορισμό της. Κι ήταν αυτή η πιο όμορφη φυγή των τελευταίων τριάντα ετών.

 

Ευδοκία Σταυρίδου (Συγγραφέας)