Μεγάλο Σάββατο, επίσημη μέρα του “τιιιι δε τρως μαγειρίτσα;;” όπου όλος ο κόσμος σε κοιτάει, σε δείχνουν με το δάχτυλο, οι φίλοι κάνουν πως δε σε ξέρουν, οι γονείς ντρέπονται για σένα, σε αποκληρώνουν, ανακοινώνουν πως έχουν ένα παιδί μόνο πια, και δείχνουν το τσιουάουα που τον λένε Φλούτς. Του φοράνε και ταυτοτητούλα “Φλουτς Χατζηπετρίδης”. Ναι.

Κι όλα αυτά για τη ρημάδα τη μαγειρίτσα, το ΑΙΣΧΟΣ, το βδέλυγμα, κοροϊδεύουμε τους Γάλλους που τρώνε βατράχους και χελώνες και τους Μάο-Μάο ξέρωγω, που τρώνε ακρίδες και κατσαριδομπάμπουρες να πούμε, αλλά όόόόόόχι εμείς εδώ ΜΑΓΕΙΡΙΤΣΑ!! Η πλειοψηφία των Ελλήνων κρατάει ως κόρη οφθαλμού όλα τα ήθη και τα έθιμα που έχουν να κάνουν με μασαμπούκα. Ως έθνος, έχουμε ξεπουλήσει μέχρι και της κάτω γης τα χώματα, σε λίγο το Ερέχθειο θα το βλέπουμε με την ευγενική χορηγία της κοακόλα και οι Καρυάτιδες θα κρατάνε Λουί Βιττόν, ΑΛΛΑΑΑ το φαι μας ειναι ελληνικότατον! (με αρνάκι εισαγόμενο βεβαίως βεβαίως, καθότι το ντόπιο είναι ντίβα, πάει 2μιση ράβδους χρυσού το κιλό, δίνεις νεφρό, παίρνεις άντερο – έτσι πάει). Και ασφαλώς, μόνο εμείς ξέρουμε να τρώμε σωστά, οι ξένοι είναι ‘βάρβαροι ρε, δε βλέπεις του Ιάπωνες που τρώνε τα σούσια, ωμό ψάρι, μπλιαχχ, – ναι ναι Κυρ Παναγιώτη, βάλε και κεφαλάκι αν έχεις! Η γλώσσα του αρνιού είναι κρασομεζές – τι λέγαμε, α ναι, σούσι, γιακ”

Σέρνεις το πεινασμένο κουφάρι σου μέχρι την Εκκλησία στις 12 παρά 2, μία που βγήκες από το αμάξι, μία που άκουσες “Χριιιιιιστοοοοοοοσαααααααανέέέέέέεστ………………” τέλος, είχες ξαναπαρκάρει κάτω από το σπίτι σου.

Σκας μύτη στην τραπεζαρία και τι να δεις; Πνεμόνια κι αντεριές με άνιθα και μαρούλια για ξεκάρφωμα! Έχεις να φας σαν άνθρωπος τόσες μέρες, έχεις ξενηστεικωθεί, στο αίμα σου κυλάει μακαρόνι-πουμαρό, και υποχρεούσαι από τις παραδόσεις, να φας ΞΕΝΤΕΡΙΑΣΜΑΤΑ! Από αρνάκια, μπεεεεεε…
Άκου λίγο τον αμνό ρε, κάτι θέλει να σου πει, JUST LISTEN, FUCKER!! “μπεεεεεεεε ρε φακινγκ σαναβαμπίτς, ΜΠΕΕΕΕΕΕ”

Γυρνάς από την εκκλησία, κάθεσαι στο τραπέζι, όπου ασφαλώς δεν υπάρχει τίποτα άλλο, μόνο μαγειρίτσα, αυγά κι αν είσαι τυχερός, λίγο ψωμάκι του Θεούλη. Προσπαθείς να πνίξεις τον εμετούλι που σου ανεβαίνει στο λαρυγγάκι, από τη μυρωδιά των εντοσθίων και των περιγραφών “αααα Σούλα μου, εγώ 3-4 νερά τα πέρασα τα έντερα, είχαν ακαθαρσίες μέσα, έβαζα το δάχτυλο μου και τις έβγαζα και μετά γυρνούσα τ’ άντερα ανάποδα, άντε γεια μας ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤ, καλέ αυτή δίπλα μου λιποθύμησε”

Και παραδίπλα σου η θεια
– τιιιιιι, δε θα φας μαγειρίτσα από τα χεράκια μου;; Με προσβάλλεις, ΘΑ ΦΑΣ!
– δε τρώω μαγειρίτσα, δε μ’ αρέσει.
– Α ΠΟ ΚΛΕΙ Ε ΤΑΙ! Τέτοια, σαν τη δική μου δεν έχεις φάει, γι’ αυτό λες πως δεν σ’ αρέσει, ΘΑ ΦΑΣ!
– δεν έχω προσωπικά με τη δική σου μαγειρίτσα ρε θεία, σίγουρα η δική σου γαμεί, ΓΕΝΙΚΑ δε μ’αρέσει!
– Άνοιξε στόμα, άνοιξε ΕΙΠΑ…
– ΔΕ Μ’ΑΡΕΣ…χλουπ γκλρμπλγκρλγκλ
– ε;;;; !!!!!! εεεεεε;;;!!!!! καλή;;

Όπου ασφαλώς αρπάζεις το κουζινομάχαιρο και κυνηγάς τη θεια να τη σφάξεις, να τη ξεντεριάσεις, να της πλύνεις 3-4 νερά το λεπτό έντερο και να το περάσεις κοκορέτσι στη σούβλα, αύριο.

Άυριο…
Άααααλλο μαρτύριο αυτό, αύριο.

“τι εννοείς ΔΕΝ ΤΡΩΣ ΑΡΝΙ!”

Πάμε, 2ος γύρος… την τύχη μου μέσα.

(Καλή Ανάσταση, people!)