Τη λένε Μαρίνα. Και είναι το πιο όμορφο κορίτσι του σύμπαντος! Τρέχει σαν πάνθηρας, παίζει μπάσκετ καλύτερα από αγόρι και τα μαλλιά της μυρίζουν τσιχλόφουσκα. Την αγαπάω εδώ και έξι χρόνια. Όλη μου τη ζωή σχεδόν. Από την πρώτη μέρα που μπήκα στην τάξη στην πρώτη δημοτικού, δεν μπόρεσα να ξαναπάρω τα μάτια μου από πάνω της. Κάθεται κάθε χρόνο στο πρώτο θρανίο στη μεσαία σειρά. Γι αυτό και εγώ κάθε μα κάθε χρονιά τρέχω να διαλέξω πρώτος θέση. Παίρνω πάντα το δεύτερο θρανίο στη δίπλα σειρά. Το μελέτησα πολύ. Αν κάτσω πίσω της μυρίζω τα τσιχλοφουσκένια μαλλιά της αλλά δεν βλέπω πότε γελά. Αν κάτσω ακριβώς δίπλα πρέπει να γυρίζω για να τη δω και έτσι είναι σίγουρο ότι θα φάω παρατήρηση από τον δάσκαλο σύντομα. Ενώ δεύτερο και πλάι είναι τέλεια. Κοιτώ προς τον δάσκαλο και ενώ αυτός νομίζει πως τον παρακολουθώ, εγώ φαντάζομαι πόσο όμορφα θα ήταν αν παντρευόμουν την Μαρίνα. Ο φίλος μου ο Κωνσταντίνου θα παντρευτεί την Ελένη Ευσταθίου. Ο Ιωαννίδης την Τέτα. Ε, εγώ θα πάρω τη Μαρίνα. Πάει τελείωσε! Το μόνο πρόβλημα είναι πως και οι δύο τους το έχουν πει στα κορίτσια τους και τα έχουν συμφωνήσει ήδη από την Τετάρτη δημοτικού. Ενώ η Μαρίνα δεν ξέρει ότι την αγαπάω. Δεν θέλω να της το πω. Φοβάμαι. Είναι τόσο όμορφη και ίσως να μην θέλει να με παντρευτεί. Κάθε φορά που παίζουμε στην αυλή όλο προσπαθώ να της πιάσω το χέρι και να της πω «εσύ θα γίνεις γυναίκα μου» αλλά όλο σταματώ. Ο Κωνσταντίνου λέει είμαι βλάκας και δειλός. Φέτος όμως θα το κάνω. Είναι η υπόσχεση που έχω δώσει στον εαυτό μου τώρα που ξεκίνησε η σχολική χρονιά.

Πήγε ήδη Νοέμβρης και εγώ ακόμα την αγαπάω. Και ακόμα δεν της έχω πει ότι θέλω να την παντρευτώ. Όμως τα πράγματα πάνε καλά. Στα διαλείμματα παίζουμε σχεδόν πάντα στην ίδια παρέα και μου χαμογελάει συχνά πλέον. Προχθές έτρεξε να βγει στο διάλειμμα και όπως σηκώθηκε από το θρανίο, της έπεσε το κοκαλάκι που είχε στα μαλλιά. Αλήθεια σας έχω μιλήσει για τα μαλλιά της; Μυρίζουν bigbabol και είναι το πρώτο πράγμα που αγάπησα πάνω της. Μακριά πολύ και στο χρώμα που έχει το γλυκό καστανό που φτιάχνει η γιαγιά μου στο χωριό κάθε φθινόπωρο. Όταν σκύβει να γράψει , ένα τσουλούφι στα αριστερά του προσώπου της πέφτει πάνω στη σελίδα και την ενοχλεί. Τότε βάζει το κοκαλάκι και το μαζεύει μαζί με ένα ακόμα τσουλούφι από την άλλη πλευρά. Και αυτό το κοκαλάκι έγινε δικό μου. Έμεινα τελευταίος στην τάξη και έσκυψα να το πάρω. Μαντέψτε πως μύριζε! Ω ναι! Τσιχλόφουσκα! Το έκρυψα γρήγορα μη με δει κανείς. Τώρα κάθε βράδυ το έχω κάτω από το μαξιλάρι μου και την υπόλοιπη μέρα στην δεξιά μου τσέπη. Κάθε που νιώθω άσχημα το μυρίζω και όλα ομορφαίνουν. Ένιωσα λίγο άσχημα που το πήρα γιατί το έψαχνε ώρα πολύ αλλά δεν μπόρεσα να αντισταθώ. Έχει σχήμα πεταλούδας και χρώμα σαν λεμονιού. Νομίζω είναι ο πιο πολύτιμος θησαυρός μου. Πιο σημαντικό για μένα και από τον συλλεκτικό μακουιν που η νονά έφερε στη γιορτή μου.

Νομίζω ότι πλέον ήρθε η ώρα να της ζητήσω να γίνει κοπέλα μου. Πιστεύω πια πως θα δεχτεί. Τα σημάδια αυτό λένε. Σήμερα λέγαμε τι δουλειά θα κάνουμε όταν μεγαλώσουμε. Είπε πως θέλει να γίνει αεροσυνοδός. Το ήξερα ήδη δηλαδή γιατί το έλεγε και πέρυσι. Την έπιασα λοιπόν στο διάλειμμα και της είπα ότι αφού εγώ θα γίνω πιλότος, μπορεί αν θέλει να έρθει στο δικό μου αεροπλάνο. Τα μάτια της έλαμψαν τόσο πολύ! Και την περασμένη βδομάδα που σκόραρα το νικητήριο γκολ της ομάδας ήρθε μαζί με τα άλλα παιδιά και με αγκάλιασε τόσο σφιχτά που νόμιζα θα πεθάνω!

Πέρασε το Πάσχα και ακόμα δεν βρήκα το θάρρος. Όλες οι συζητήσεις πια αφορούν το σε ποιο Γυμνάσιο θα πάμε. Κάθε βράδυ τσακώνομαι με τον μπαμπά για να με στείλει στο ίδιο με τη Μαρίνα. Είναι λίγο πιο μακριά και δεν θέλει. Αλλά η μαμά είπε θα τον ψήσει. Η Μαρίνα θα κάνει πάρτυ στο τέλος της χρονιάς και με έχει καλέσει! Είμαι ευτυχισμένος! Θέλω να της πάρω το πιο υπέροχο δώρο. Είπα στη μαμά να πάρουμε ένα πόνυ αλλά γέλασε. Τελικά έβαλα τα πιο ωραία μου ρούχα και ζελέ στο μαλλί να κάνω κοκοράκι, πήρα το -σχετικά όμορφο- φουστάνι που αγόρασε η μαμά έφτιαξα και κάρτα που στην ακρούλα έλεγε με μικρά γράμματα Α+Μ=LFE και πήγα. Και επιτέλους έγινε το θαύμα. Δεν ξέρω πως. Σαν κάτι να με έσπρωξε και της ζήτησα να χορέψουμε. Και εκεί που την κρατούσα από τη μέση και τρέμανε τα πόδια μου της είπα Σ ΑΓΑΠΩ ΘΕΣ ΝΑ ΤΑ ΦΤΙΑΞΟΥΜΕ; Γέλασε, μου έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο και είπε ΝΑΙ. Είμαι ο πιο χαρούμενος άνθρωπος του γαλαξία! Της ορκίστηκα ότι θα κάνω τα πάντα να πάμε μαζί σχολείο του χρόνου. Τώρα ο μπαμπάς θέλει να φύγουμε για το χωριό όμως. Αυτή θα μείνει Αθήνα. Παρακάλεσα, έκλαψα να μείνω εδώ στον θείο Νίκο αλλά με τίποτα. Πώς θα περάσει το καλοκαίρι μου λέτε;

Έχουν περάσει 20 μέρες διακοπών. Μετρώ αντίστροφα. Τελικά θα πάω στο Γυμνάσιο με την Μαρίνα. Αυτό με κάνει να αντέχω το χωριό. Είναι πρωί. Κατεβαίνω τις σκάλες στο σπίτι της γιαγιάς και ακούω έξω στην αυλή τη μαμά και τον μπαμπά που πίνουν καφέ. Δεν με έχουν δει. «Κώστα δες εδώ» λέει η μαμά «αυτό το κοριτσάκι δεν είναι συμμαθήτρια του Άγγελου; θε μου πόσο τραγικό!»ΠΑΓΩΝΩ. Ο μπαμπάς παίρνει την εφημερίδα και διαβάζει μεγαλόφωνα « η Μαρίνα Στέργιου μαθήτρια έκτης Δημοτικού βρήκε τραγικό θάνατο πέφτοντας στον φωταγωγό πολυκατοικίας καθώς έπαιζε στην ταράτσα».

Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο από εκείνη τη μέρα. Πέρασε ο μήνας και γυρίσαμε σπίτι. Τα βράδια μυρίζω το κοκαλάκι και κλαίω. Δεν θέλω να πάω στο Γυμνάσιο. Σε κάθε γωνία της γειτονιάς περιμένω να δω την Μαρίνα. Δεν θα ξαναγαπήσω ποτέ πια. Θα γεράσω μυρίζοντας το κοκαλάκι. Μισώντας τις τσιχλόφουσκες. Θέλω να πεθάνω και γω. Νομίζω ότι η ζωή έχει τελειώσει. Η μαμά λέει πως σύντομα θα ξεχαστώ και θα αρχίσω πάλι να είμαι ευτυχισμένος. Κάτι μου λέει πως δεν έχει αγαπήσει ποτέ της.

Για την Ιωάννα.
Που ήθελε να γίνει αεροσυνοδός.