Κάθε φορά που ακούμε την λέξη Μάνα, πλημμυρίζουν οι σκέψεις μας από ζεστασιά, αγκαλιές και φιλιά, γλυκές αναμνήσεις, χρώματα και αρώματα από εκείνη την γυναίκα που μας γέννησε, μας μεγάλωσε, ξενύχτησε για εμάς.

Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα

Όταν ακούω εγώ, τη λέξη Μάνα, το μόνο που έρχεται στο μυαλό μου είναι απόρριψη, το απόλυτο κενό. Γιατί τέτοια απαξίωση αλήθεια; Τι της έχω κάνει;

Η μάνα μου έμεινε έγκυος σε εμένα όταν ήταν φοιτήτρια. Την γνώρισε ο πατέρας μου στο μαγαζί που δούλευε εκείνη part-time. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά όπως έλεγαν. Μέσα σε πέντε μήνες έμεινε έγκυος, παντρεύτηκαν και λίγους μήνες αργότερα ήρθα στη ζωή.

Τα παιδικά μου χρόνια κύλησαν σχετικά ήρεμα, υπήρχαν κατά καιρούς εντάσεις, στις οποίες έπαιρνε η μπάλα και εμένα «ίδια ο πατέρας σου είσαι, δεν σας αντέχω άλλο θα σας παρατήσω και θα σηκωθώ να φύγω». Κλάματα, υστερίες, τσακωμοί. Μετά πάλι ηρεμία σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Υπήρξαν περίοδοι που η μάνα μου κράταγε μούτρα, δεν μας μίλαγε αλλά το προσπερνούσαμε.

Κάποια στιγμή έρχεται η αδερφή μου στη ζωή, και από την πρώτη στιγμή μπήκα στο περιθώριο. Δικαιολογημένα εν μέρει, καθώς το μωρό μπαινόβγαινε στην εντατική λόγω βρογχοπνευμονίας, έπρεπε να έχει τη συνεχή παρακολούθηση της μάνας μου. Από κάποια στιγμή και έπειτα όμως, άρχισε η συνεχής σύγκριση. «Η αδερφή σου σε αγαπάει, εσύ την μισείς» «η μικρή είναι το καλό παιδί, εσύ μας αναστατώνεις»

Ήθελα δεν ήθελα, έμπαινα πάντα στη θέση να νιώθω μειονεκτικά μπροστά στην αδερφή μου και να αναρωτιέμαι τί έχω κάνει επιτέλους και έχω την ταμπέλα του «κακού παιδιού». Πήγαινα πάντα με τα νερά της μάνας μου, ό,τι μου έλεγε συμφωνούσα, ό,τι μου ζητούσε το έκανα. Και πάνω εκεί που περίμενα έναν καλό λόγο από εκείνη, πάντα έβρισκε μία δικαιολογία και με ακύρωνε. Είχα πολύ έντονες τάσεις φυγής, δεν με χωρούσε ο τόπος. Ήθελα να είμαι μόνη μου και να κάνω πράγματα που με ευχαριστούν.

Τελειώνοντας το λύκειο, αποφάσισα να φύγω εκτός Ελλάδας για σπουδές. Ήμουν συνεπής στις υποχρεώσεις μου. Δεν έχασα ποτέ μαθήματα. Όποτε ερχόταν η μάνα μου να με επισκεφθεί, σχεδόν πάντα έφευγε από εμένα μες στα νεύρα και την ένταση, γιατί δεν της άρεσε η παρέα μου, ή μου έβαζε λόγια ότι οι «φίλοι» μου με εκμεταλλεύονται. Δεν έδινα σημασία, καθώς ήξερα ότι δεν κάνω κάτι λάθος, και στην τελική, το να μοιράζομαι π.χ ένα πιάτο φαΐ που μου είχε φτιάξει εκείνη, με την τότε συγκάτοικο μου, δεν το θεωρούσα «εκμετάλλευση» αλλά μία πράξη καλής θέλησης.

Ώσπου, ένα χρόνο μετά, γνωρίζω το αγόρι μου (και νυν άντρα μου). Τον φέρνω στους γονείς μου να τον γνωρίσουν και αυτοί. Και από τότε ξεκίνησε ο Γολγοθάς μου. Τι δουλειά έχεις εσύ με αυτόν; Δεν σε θέλει για τα ωραία σου μάτια αλλά για την τσέπη σου. Περνούσαμε ώρες ατελείωτες στα τηλέφωνα να με βρίζει και να με απειλεί ότι θα μου κόψουν τα λεφτά (με απώτερο σκοπό να σταματήσω τις σπουδές μου και να γυρίσω πίσω σε αυτούς).

Εν τέλει, καταλήξαμε στο να μου σταματήσουν την «χρηματοδότηση» των σπουδών μου, και για να μη χάσω το πτυχίο μου, ξεκίνησα να δουλεύω λάντζα σε μία κουζίνα. Το τί άκουσα πάλι δεν περιγράφεται… «Σε στείλαμε στο εξωτερικό να ξεστραβωθείς κι εσύ πας και πλένεις πιάτα για τον μαλάκα σου».

Κάποια στιγμή κατάφερε να με γυρίσει πίσω Ελλάδα, παράτησα τον άντρα μου, γιατί πολύ απλά δεν άντεχα άλλο όλο αυτόν τον ψυχολογικό πόλεμο που μου ασκούσε. Και τι κατάλαβα; Ήμουν εγκλωβισμένη σε τέσσερις τοίχους, δεν μπορούσα να βγω έξω με τις φίλες μου μόνη μου, έπρεπε να με πάνε συνοδεία «μην τυχόν και γυρίσω πίσω σε ΑΥΤΟΝ». Κάναμε ομηρικούς καβγάδες, για να με κάνουν «άνθρωπο». Ώσπου μία μέρα δεν άντεξα. Τα μάζεψα και σηκώθηκα να φύγω. Γύρισα πίσω στον άντρα μου και πήραμε την απόφαση να παντρευτούμε και να προχωρήσουμε στη ζωή μας.

Λίγες μέρες πριν το γάμο ζήτησα από τον πατέρα μου να βρεθούμε και να μου δώσει την «ευχή» του. Τι το ήθελα; Με έκανε να κλαίω μέχρι την ημέρα του γάμου μου. «Δεν σου δίνω καμία ευχή, είσαι αχάριστο πλάσμα, κακό, με χαλασμένο DNA, δεν θέλουμε να σε ξέρουμε, είσαι η ντροπή της οικογένειας». Τελικά στον γάμο μου ήρθαν, αλλά κάθισαν πίσω πίσω σαν απλοί καλεσμένοι. Τα έβαλαν με όλους τους καλεσμένους που είχαν το «θράσος» να έρθουν στον γάμο «αυτής».

Περνάνε κάποια χρόνια και μένω έγκυος στο παιδί μου. Τους ενημερώνω όλο χαρά ότι θα γίνουν παππούδες, και το μόνο που έκανε η μάνα μου, ήταν να με δει πρώτη φορά έγκυο δύο βδομάδες πριν γεννήσω. Μου στοίχισε τόσο πολύ όλο αυτό. Ήθελα να μοιραστώ αυτές τις στιγμές με τη γυναίκα που με έφερε στη ζωή, και το μόνο που μου έκανε ήταν να με αγνοεί και να κατηγορεί για ακόμα μία φορά τον άντρα μου, που με πήγε να γεννήσω σε δημόσιο μαιευτήριο αντί για ιδιωτικό. Όταν γέννησα το παιδί μου, ήμουν τόσο συγκινημένη που κρατούσα αυτό το μικρό πλασματάκι στα χέρια μου, η μάνα μου όμως έλεγε και ξαναέλεγε ότι είμαι δυστυχισμένη, γι’ αυτό κλαίω. Ούτε μία στιγμή δεν ένιωσε την συγκίνηση μου.

Οι μήνες πέρασαν και φτάσαμε μία μέρα πριν τη βάπτιση του παιδιού. Την κάλεσα αλλά καταλήξαμε λίγες ώρες πριν τη βάπτιση (επειδή δεν της έκανα μία εξυπηρέτηση που μου ζήτησε για την εκκλησία) να με βρίζει πάλι και να με απειλεί. Ε, αυτό ήταν, εκεί πια το γυαλί έγινε θρύψαλα. Με τσάκισε. Δεν ήθελα να την ξαναδώ μπροστά μου. Πήγα στη βάπτιση του παιδιού μου πρησμένη από το κλάμα. Ήρθε τελικά και εκείνη μες στην ξινίλα, και την αμέσως επόμενη ημέρα μου στέλνει γραπτά ένα κατεβατό με κατάρες. Από εκείνη την ημέρα και μετά την έχω διαγράψει από τη ζωή μου. Δεν θα δεχτώ άλλη συναισθηματική κακοποίηση. Έχω να μεγαλώσω ένα παιδί και θέλω να είμαι η μάνα που ποτέ δεν είχα. Η μάνα φίλη, η μάνα γεμάτη στοργή και αγάπη για το παιδί που έφερε στον κόσμο.

Λ.Α.