Ο Ρόης άνοιξε την ντουλάπα του και χάζεψε τα κρεμαστά. Όλα σκουρόχρωμα, μπλε και μαύρα σαν το μισοσκόταδο. Από τότε που πέθανε η Μαιρούλα, χρώμα δεν είχε μπει στο σπιτικό του. Τα είχε πετάξει όλα, σεντόνια, σκεπαστά, κοστούμια. Άρπαξε ένα στην τύχη και το μέτρησε μπροστά στο γυαλί. Για την ηλικία του ήταν σένιος. Ψηλός, λυγερόκορμος, με το μουστάκι χτενισμένο. Του άρεσε αυτό το κοστούμι, του θύμιζε τον εαυτό του, παιδαρέλι με τα μυαλά πάνω από το καύκαλό του.
Πήγε να το ξαπλώσει στο κρεβάτι και τότε μάτιαξε τα μανίκια. Λείπαν τα κουμπιά! Ψαχούλεψε τις τσέπες του, κοίταξε στο πάτωμα της ντουλάπας μήπως παράπεσαν εκεί, τζίφος. Ο Ρόης αγανάκτησε την τύχη του κι έτσι όπως ήταν συφοριασμένος, βγήκε από το δωμάτιο να καπνίσει. Άφιλτρα και βαριά, όπως τα κάπνιζε στο μαγαζί για χρόνια. Κοίταξε τα ρολόγια τριγύρω και μονολόγησε.
«Τόσα χρόνια δαμάζω τον χρόνο, και τώρα δεν έχω καθόλου από δαύτον!»
Τράβηξε δύο τζούρες και το έσβησε στο τασάκι. Η ώρα ήταν περασμένη αλλά με λίγη τύχη θα προλάβαινε τον ράφτη ανοιχτό. Φόρεσε το μπουφάν του και τράβηξε προς την έξοδο. Κοντοστάθηκε λίγο να ματαδεί την φωτογραφία στο κομοδίνο. Η Μαιρούλα του, χαμογελαστή, με το κίτρινο καπελάκι της και τα μαβιά μάτια. Πόσο του είχε στοιχίσει που έπρεπε να κλείσει αυτά τα μάτια πριν την ώρα τους.
Βγήκε από το σπίτι κι έσφιξε τον γιακά. Το κρύο ήταν τσουχτερό, βαρύς χειμώνας. Όχι σαν αυτούς στον πόλεμο, εκεί τα δόντια του έτρωγε το ένα το άλλο από το τουρτούρισμα. Ο κόσμος λιγοστός, οι περισσότεροι έβρισκαν θαλπωρή και ζεστασιά στα σπιτικά τους. Μπροστά από το τζάκι, ζαλισμένοι από το κρασί, χαμογελαστοί από την αγάπη. Ο Ρόης σκεφτόταν πολλά, αναλογιζόταν πολλά και το μυαλό του όλο ταξίδευε. Έφτασε έξω από το ραφτάδικο και κόλλησε το μούτρο του στο τζάμι. Δεν υπήρχε κανείς μέσα.
Ξεφύσηξε δυνατά και σκούπισε το χνώτο του. Χωρίς μανικετόκουμπα, δεν μπορούσε να βγει έξω! Έπρεπε να είναι στην εντέλεια απόψε, δε θα του το συγχωρούσε εκείνη αν πήγαινε άφτιαχτος.
Γύρισε την πλάτη κι αναλογίστηκε τι πρέπει να κάνει. Εκείνη την στιγμή ένα κουδούνισμα ακούστηκε κι ο Ρόης ταράχτηκε. Μία γυναίκα εμφανίστηκε στην πόρτα του μαγαζιού, καλοστεκούμενη, με μαντήλι στο κεφάλι και πολύχρωμα ρούχα.
«Καλέ, ελάτε μέσα μην στέκεστε, έχει ψόφο έξω!»
Ο Ρόης ματακοίταξε καλά, προσπαθώντας να δει αν ξέρει την γυναίκα. Δεν του φάνηκε γνωστή. Μύριζε λιβάνι και κανέλα.
«Άντε καλέ, τι με κοιτάτε σαν χάνος; Ελάτε μέσα».
Την ακολούθησε και μπήκε στην ζεστασιά του μαγαζιού.
«Κα… καλησπέρα σας. Δεν ήξερα ότι ο Μάκης έχει γυναίκα στο μαγαζί».
Εκείνη του χαμογέλασε και τα μάγουλα της ρόδισαν. Ο Ρόης την βρήκε όμορφη.
«Προσέχω το μαγαζί καμιά φορά τα βράδια. Εκείνος γέρασε ο κακόμοιρος, κουράζεται εύκολα πια. Σε τι μπορώ να βοηθήσω;»
Ο Ρόης σηκώθηκε και της έδειξε το κοστούμι του.
«Να σε χαρώ κυρία μου, θέλω κουμπιά για δαύτο. Τα μανίκια είναι γυμνά και τα χρειάζομαι άμεσα».
Η γυναίκα κοίταξε μία το ρούχο μία τον ίδιο. Το πρόσωπο της γυάλισε, τα φώτα από τον δρόμο πέρασαν και έλαμψαν πάνω της. Ο Ρόης νόμιζε ότι κάτι είδε και πισωπάτησε απότομα. Η γυναίκα τον κράτησε.
«Αγαπάτε πολύ τα μανικετόκουμπα σωστά; Πρώτη φορά βλέπω άνδρα να προσέχει τόσο τα ρουχικά του».
«Η Μαιρ… η σύζυγος μου ήταν μανιακή μ’ αυτά. Τα φρόντιζε σαν παιδιά της. Εγώ, ώρες ατελείωτες στο μαγαζί, δεν έδινα σημασία».
Η γυναίκα πήγε πίσω από τον πάγκο και ψαχούλεψε κάτι συρτάρια. Έβγαλε τέσσερα κουμπιά και τα ταίριαξε πάνω στο ύφασμα.
«Πολύ ωραίο κοστούμι. Νομίζω βρήκα τα κατάλληλα. Τι λέτε;»
Ο Ρόης πλησίασε και άφησε το στόμα του να χάσκει. Ήταν ίδια με αυτά που είχε χάσει! Κοίταξε την γυναίκα καλά κι εκείνη του χαμογέλασε περισσότερο.
«Τι… σας χρωστάω; Είναι πολύ ωραία, ότι πρέπει για την περίσταση».
Η γυναίκα ήδη ξεκίνησε να τα ράβει χωρίς να απαντήσει. Κάποια στιγμή έσκυψε το κεφάλι κι όταν το σήκωσε το σκοτάδι κάλυπτε το βλέμμα της.
«Πάντα είχες χρόνο Ρολογή μου. Με τα ρολόγια δούλευες, τον χρόνο έφτιαχνες κι ο χρόνος σε έφαγε. Εγώ περίμενα, στωικά κάθε βράδυ, να γυρίσεις να δω το κουρασμένο σου πρόσωπο. Μην ταλαιπωρείσαι άλλο, δε θέλω να με επισκεφτείς ξανά, να κλαις πάνω από μνήματα, φορώντας το αγαπημένο μου κοστούμι με τα αγαπημένα μου κουμπιά. Θέλω να ζήσεις όση ζωή σου απέμεινε. Πλέον δεν ελέγχεις τον χρόνο, αυτός σε κυβερνά. Φτάνει Ρολογή μου, φτάνει πια. Θα σε περιμένω όταν έρθει η ώρα».
Ο Ρόης ανοιγόκλεισε το στόμα αλλά το ένιωσε ξερό σαν το χώμα. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του και βρέθηκε έξω, να κοιτάει τον δρόμο, τρέμοντας από το κρύο. Το μαγαζί πίσω κλειστό, το κοστούμι στα χέρια του φτιαγμένο, τα μανικετόκουμπα λαμποκοπούσαν. Μαιρούλα, ψιθύρισε και κοίταξε τον ουρανό.

Πέρασε τον δρόμο απέναντι και βρήκε μία κάβα ανοιχτή. Ψώνισε το καλύτερο κρασί, όχι αυτά τα παλιόξυδα που έπιναν οι νεαροί στις πλατείες, ένα καλό, κόκκινο, μοναστηριακό. Προχώρησε στον παγωμένο δρόμο, προσπέρασε παγωμένες πλατείες κι έφτασε σε ένα παγωμένο ακρωτήρι της πόλης.
Το σπίτι το θυμόταν αν κι είχε να πατήσει χρόνια. Δικό του το φταίξιμο, δική του κι η ενοχή.
Άκουγε θόρυβο από μέσα, φωνές, γέλια, τραγούδια.
Πήρε βαθιά ανάσα, ίσιωσε τα μανικετόκουμπα του και έσφιξε την γραβάτα του.
Χτύπησε το κουδούνι και περίμενε.
Μία νεαρή κοπέλα, μελαχρινή με μαβιά μάτια άνοιξε την πόρτα.
«Μπαμπά! Τι ευχάριστη έκπληξη!»