Η Μαντλέν άναψε ένα τσιγάρο και κοίταξε έξω από την μπαλκονόπορτα της σαλοτραπεζαρίας του πατρικού της. Ο πατέρας της ήταν ήδη στον κήπο και πότιζε την πρασινάδα και τους θάμνους. Ήταν ακόμα πρωί και ιδανική ώρα για να δροσιστούν τα φυτά και να κρατήσουν λίγη φρεσκάδα και υγρασία πριν ο ήλιος για τα καλά επιτεθεί με το ζεστό αλλά εκθαμβωτικό φως του και τους δώσει χρώμα.

Από την κουζίνα αναδυόταν η υπέροχη μυρωδιά από τα φρεσκοψημένα συνονόματα γλυκάκια που είχε ετοιμάσει η μητέρα της. Θυμόταν ακριβώς τις οδηγίες της γιαγιάς Αντέλ. Φρεσκοτσιρτσιρισμένο βούτυρο νουαζέτ ανακατεμένο στη μεστή ζύμη μαζί με ελάχιστη πάστα βανίλιας που έφερνε δώρο από τη Μαδαγασκάρη ο Μπελίν, υπόχρεος για τη δουλειά στο κελάρι. Έτσι λοιπόν και τη σημερινή ημέρα το σπίτι αρωματίστηκε και ανέδειξε γιορτινή και ζεστή διαθεση.

Η Μαντλέν δεν είχε ντυθεί ακόμα. Είχε φρεσκομπανιαριστεί και φορούσε το ροζ μπουρνούζι στο οποίο επάνω η γιαγιά Αντέλ της είχε ράψει το όνομά της. «Προίκα θα το έχεις κι αυτό. Κάθε φορά που θα αισθάνεσαι περίεργα, που θα είσαι προβληματισμένη ή στενοχωρημένη, να χαϊδεύεις το όνομα και θα εμφανίζομαι σαν τζίνι να πάρω μακριά τις έγνοιες σου». Λόγια που ακόμα και τώρα την έκαναν να χαμογελάει. Έχοντας πατήσει τα 25 όμως αισθανόταν ανικανοποίητη. Για τα πάντα. Αυτή η έντονη επιθυμία να ταξιδέψει και να γνωρίσει τον κόσμο ήταν όνειρο που τη βασάνιζε από μικρό παιδί. Πάντα σκεφτόταν το γεροΜπελίν με τις βανίλιες και ονειρευόταν ένα ταξιδάκι στη Μαδαγασκάρη. Ήταν και οι καινούριες μόδες με αυτά τα ρούχα καμπάνες, τα λουλουδάτα επίσης πουκάμισα που την έβαζαν στον πειρασμό να πάει μια μέρα στην Αμερική. Κι έπειτα ήταν και η Ιταλία, αχ η Ριβιέρα! Το Σαν Ρέμο που μάζευε διασημότητες και όμορφο κόσμο. Έβλεπε τον εαυτό της μέσα στο όμορφο ριγέ μίντι φόρεμά της να περιπλανιέται στα παραθαλάσσια σοκάκια του ιταλικού χωριού με απολαυστικό παγωτό και μία φωτογραφική μηχανή στο άλλο χέρι. Αχ πόσα μέρη της έρχονταν στο μυαλό! Δεν της έφταναν τα βιβλία που διάβαζε από μικρή. Δεν της έφτανε να ακούσει τις εμπειρίες ανθρώπων που πήγαν να κάνουν περιουσίες στο Μπενίν και πηγαινοέρχονταν στη μητρόπολη περιγράφοντας εικόνες ανθρώπων, λαών και βιωμάτων, αυτά τα ζεστά καλοκαιρινά βράδια παρέα με ένα καλό ροζέ αρωματισμένο με γκρέιπφρουτ. Μία μηχανή ήθελε. Κι ένα σακίδιο. Ήθελε να δει τον κόσμο όλο.

Σήμερα όμως ήταν προβληματισμένη γιατί οι εξελίξεις σε προσωπικό επίπεδο άλλαζαν λιγουλάκι τα σχέδιά της. Πριν πολλά πολλά βράδια, γνώρισε αυτό το γοητευτικό νεαρό, ακούγοντας απολαυστικούς Beatles και Τζονι Χαλιντέι, παρέα με τις κολλητές της και κάποιους άλλους κοινούς γνωστούς. Αυτός έμοιαζε υπερβολικά σε αυτόν το γνωστό ξανθό γαλανομάτη ηθοποιό που έβλεπε σε ταινίες ή διάβαζε τα νέα του όταν φωτογραφιζόταν στο Σαιν Τροπέ αγκαλιά με τις ξανθιές σταρλετίτσες. Ψηλός, με ωραίες πλάτες, γοητευτικός. Δεν είχε καταλάβει βέβαια τι ακριβώς της βρήκε ένας τόσο ωραίος άντρας. Σίγουρα δεν ήταν μία από αυτές τις όμορφες κοπέλες που κερδίζουν τα φώτα και τα βλέμματα στην παρέα μόνο με την παρουσία τους. Εκείνη ήταν πάντα χωμένη σε μία γωνιά πίνοντας την μπύρα της και καθήμενη σταυροπόδι γελούσε και διασκέδαζε με τις φίλες της. Ήταν χαριτωμένη με τα κοντά καστανά μαλλιά της και τα γαλανά μάτια της, αλλά τίποτα παραπάνω.

Ταξίδεψε νοερά στο πρόσφατο παρελθόν, ενώ η ώρα περνούσε και έπρεπε να ετοιμαστεί. Παραμένοντας μπροστά στην μπαλκονόπορτα, παρατηρούσε τα φερ φορζέ έπιπλα στη βεράντα. Λευκές βαριές καρέκλες με πορτοκαλί μαξιλαράκια και το μοντέρνο τραπέζι με τζάμι στην επιφάνεια, καλυμμένο αυτήν τη φορά με ένα κοραλλένιο τραπεζομάντιλο, συνέθεταν μία ευχάριστη εικόνα. Επάνω σε αυτό, τα καλά ποτήρια κρασιού και απεριτίφ ήταν τοποθετημένα σε ένα μαντεμένιο δίσκο μαζί με ένα μπουκάλι κασίς, ενώ μικροσκοπικά πορσελάνινα μπωλάκια με ζωγραφιστά λουλουδένια μοτίβα ροζ παλ και βερυκοκί ήταν έτοιμα να υποδεχθούν ξηρούς καρπούς, ελιές, ωμό ζαμπόν και σαλάμι με φυστίκι. Η μητέρα της είχε ήδη από το πρωί ετοιμάσει για το γεύμα μπλανκέτ στην κατσαρόλα μαζί με λαχανικά από τον κήπο του παππού Λενάρ, σαλάτα εξοχής με λευκή βινεγκρέτ και καμαμπέρ αλλά και τάρτα με φράουλες, μοσχοβολιστές, μαζεμένες από το δάσος στο Ικάνζ. Η τραπεζαρία ήταν στρωμένη με τα καλά σερβίτσια της γιαγιάς, ενώ δίπλα από το τραπέζι ήταν αραγμένη μια σαμπανιέρα με ροζ παλ πετσέτα.

Θα έλεγε κανείς πως ήταν μία μεγαλοπρεπής υποδοχή για τον Ντανιέλ. Παρόλα αυτά η Μαντλέν δεν ήταν το ίδιο σίγουρη πια αν ήθελε να τον υποδεχθεί. Το τσιγάρο της είχε ήδη τελειώσει και η επιθυμία της να ανάψει απανωτά άλλο ένα την πίεζε αφόρητα. Κάθισε στον καναπέ του σαλονιού και παρατηρούσε τη μητέρα της που με έναν ήπιο βέβαια πανικό τακτοποιούσε ακόμα και τις παραμικρές λεπτομέρειες. Μα τόση τελετουργία πια επειδή επισήμως θα τη ζητήσει σε γάμο; Οι γονείς της βέβαια έκαναν σχεδόν τα ίδια και για τα αδέλφια της σε παρόμοιες καταστάσεις. Τα πράγματα ήταν εύκολα για τον αδελφό της το Ζακ. Γνώρισε την υπέροχη και χαμογελαστή Μπριζίτ, κοπέλα από καλό σπίτι και δεν άργησε να την παρουσιάσει, γεμάτος ευτυχία. Παντρεύτηκαν γρήγορα. Όπως και η αδελφή της. Μόνο που αυτή βρήκε αυτόν τον αντιπαθητικό το Ζαν Λουί και τον παντρεύτηκε. Αναρωτιόταν πόσο στενόμυαλη ήταν η αδελφή της να πέσει με τα μούτρα και να ερωτευθεί έναν άντρα που της μιλούσε υποτιμητικά. Σαν σκυλάκι πιστό τον περιποιόταν, σαν να ήταν θεός της κάθε φορά που βρίσκονταν όλοι μαζί. Τον κοίταζε και έλιωνε. «Αχ πόσο ερωτευμένο είναι το κορίτσι μου! Και τι γοητευτικός νέος και πολλά υποσχόμενος!» έλεγε η μάνα της όποτε τους έβλεπε, ενώ η ίδια ήθελε να του δώσει μια γροθιά κάθε φορά που έδινε εντολές στην αδελφή της για το ένα και τ’άλλο. Και μετά εμφανίστηκε ο Ντανιέλ. Και θύμισε στη Μαντλέν ότι ήταν γυναίκα και όχι κοριτσάκι. Ότι ήταν όμορφη και γοητευτική και όχι ένα άψυχο παιδί. Και περνούσε καλά μαζί του. Πήγαιναν για φαγητό και χορό κάθε Παρασκευή ή Σάββατο. Ανάλογα με τις δουλειές και υποχρεώσεις του. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. Μέχρι που βρέθηκε τυχαία σε μία παρέα και το αυτί της έπιασε εκείνα τα κουτσομπολιά, τα κακά κουτσομπολιά, που μιλούσαν για βράδια γεμάτα πάθος σε εξοχικά μοτέλ παρέα με κοριτσόπουλα με κόκκινο κραγιόν και ίσια μαλλιά, κρασί και καλοπέραση. Αρχικά δεν είχε δώσει σημασία. Μέχρι που τα κουτσομπολιά πλήθαιναν κάθε φορά που εμφανιζόταν ακόμα και στην αγορά που ψώνιζε. Γυναίκες με κρεπαρισμένο μαλλί και στυλάτα ρούχα την κοίταζαν από την κορφή ως τα νύχια και έβαζαν μπροστά από το στόμα τα δάκτυλα των χεριών τους, για να κρύψουν τυχόν λέξεις ή κουβέντες που θα σκότωναν την εικόνα που η Μαντλέν είχε για τον Ντανιέλ. Δεν ήταν χαζή. Απλά παρέμενε διακριτική.

«Ο γιος μου χρειάζεται μία γυναίκα δυναμική. Δεν ξέρω αν μπορείς εσύ να κάνεις τη δουλειά αυτή. Αλλά πρέπει να παντρευτεί. Άντρας είναι και έχει αδυναμίες. Θέλει μια γυναίκα πειθαρχημένη στο κρεβάτι και ικανή για οικογένεια. Εσύ φαίνεσαι παιδί». Εκείνο το γεύμα ήταν αποκρουστικό. Δεν της άρεσε καν το φαγητό της μέλλουσας πεθεράς. Ο πεθερός δε μιλούσε, σαν να φοβόταν μήπως τον αγριοκοιτάξει η γυναίκα του κάθε φορά που πήγαινε να πει κάτι συμπαθητικό στο νεαρό κορίτσι. Ο Ντανιέλ παρέμενε σκυμμένος στο πιάτο του και έτρωγε σαν παιδάκι οκτώ χρόνων, χωρίς καν να προσπαθήσει να την καθησυχάσει πιάνοντάς της το χέρι ή χαϊδεύοντάς την ως παρηγοριά στο ψυχρό περιβάλλον που βρισκόταν. Όταν όμως την ξεμονάχιασε η πεθερά της και της ψιθύρισε τα λόγια αυτά, τα μάτια της έγιναν μελαγχολικά. Είδε την πεθερά της να χαμογελάει νικητήρια, καθώς τα φρεσκοβαμμένα έντονα μάτια με μαύρο μολύβι και ροζ σκιά την έκαναν να φαίνεται σαν μία κακή μάγισσα.

Δεν ήταν αυτός ο κόσμος που ήθελε να γνωρίσει κι όμως. Ήδη έβλεπε τον εαυτό της να μπαίνει μέσα σε ένα πλοίο με αμφίβολο προορισμό. Η πιθανότητα να φτιάξει οικογένεια να κάνει παιδιά της άρεσε. Στη φαντασία της τα έβλεπε όλα ονειρικά. Έβλεπε ένα σπίτι, όχι πολύ μεγάλο αλλά δίπλα στη φύση Με έναν ωραίο κήπο. Να κάνει ζέστη, όχι αυτήν την παγωνιά του Βορρά. Να φοράει τα αμάνικα μπλουζάκια της με τις μακριές φιλαριστές φούστες και πέδιλα. Να πλατσουρίζει κάθε μέρα τα πόδια της στην καταγάλανη θάλασσα που δε θα απείχε παρά καμιά κατοστή μέτρα, θα μάθαινε και μπάνιο, ναι. Θα φορούσε ένα από αυτά τα όμορφα μαγιό που φοράνε οι σταρ, τα μαύρα ολόσωμα και θα είχε παρέα της μία μαύρη μηχανή για να αποτυπώνει και να θυμάται κάθε μία από αυτές τις στιγμές που θα χαμογελούσε. Ο μικροσκοπικός της φακός θα έδειχνε τη μοσχομυριστή φύση, τα λουλούδια και τα ψηλά καταπράσινα δέντρα της εξοχής του νότου. Θα έβλεπε αργότερα τις φωτογραφίες και θα έψαχνε λεπτομερώς να βρει αυτά τα αόρατα τζιτζίκια που κελαηδούν ζέστη και ικανοποίηση.

«Ο κόσμος θα είναι δικός σου μαζί μου» της είχε πει. Πολλά βράδια της το είπε, είτε την ώρα που το σώμα του χάραζε μονοπάτια επάνω στο δικό της, είτε όταν τα δάκτυλά του εστίαζαν στα σημεία που η Μαντλέν ήταν ευάλωτη. Όταν παραδομένη αναστέναζε από ηδονή. Εκείνα τα βράδια που τελειώνοντας χάιδευε με τα δάκτυλά του το γλουτό της και της υποσχόταν κάθε μέρα της κοινής τους ζωής να είναι γεμάτη ηδονή. Κάπως έτσι άλλωστε της έκανε πρόταση να ζήσουν μαζί. «Παντρέψου με σταθερό, στο δικό μου ουρανό, αστέρι! Θα σου δώσω τον κόσμο όλο!». Λόγια υποσχέσεις και εύκολες προτάσεις που άνετα της ξεπετά ένα στόμα όταν ο εγκέφαλος είναι συγκεντρωμένος στο στιγμιαίο μούδιασμα ικανοποίησης, λίγο πριν τελειώσει μία νύχτα πάθους. Μαζί με ένα τσιγάρο και ένα ποτήρι κρασί. «Δεν έχεις να χάσεις τίποτα λουλούδι μου!». Αυτό την έκανε να αισθάνεται μοναδική. Μόνο που τώρα πια όλα αυτά δεν ήταν τίποτε άλλο παρά φούμαρα από ένα χιλιοκαπνισμένο τσιγάρο που όταν το ανάψεις και σβήσει πολλαπλές φορές στο τέλος γίνεται δηλητήριο. Ένα δηλητήριο στο οποίο είσαι εθισμένος, θέλεις με το πίσω μέρος του μυαλού σου να το αποβάλλεις εντελώς από τη ζωή σου και δεν ξέρεις πώς.

«Δεν έχεις επιλογή. Έχεις μία τιμή και την έχεις ήδη πουλήσει», χαμένη στις σκέψεις της δεν είδε καν τη μητέρα της που την πλησίασε πίσω από την πλάτη της. «Τα λάθη διορθώνονται αλλά όχι τώρα Τώρα έδωσες λόγο». Αυτή η διαίσθηση της μητέρας της τη φόβιζε. Η διαίσθηση του οτι ήξερε ακριβώς τι σκεφτόταν η νεαρή κοπέλα. Ίσως δεν ήταν διαίσθηση. Ίσως κι εκείνη ήταν μέρος αυτών των κουτσομπολιών που πλέον η μικρή κοινωνία του Μπριέ είχε αναπτύξει. Αυτός ο γάμος θα έκλεινε στόματα και θα έστρεφε τέλος πάντων αλλού τα βλέμματα.

Βυθίστηκε πάλι σε σκέψεις. Ο Ντανιέλ δεν ήταν σταθερός και πιστός όπως ο αδελφός της. Δεν ήταν ούτε όμως αυταρχικός σαν αυτό το ζώο το Ζαν Λουι. Ήξερε πως πολλά βράδια θα τον έχανε από το κρεβάτι της. Θα έπρεπε από εδώ και στο εξής να οραματίζεται τον Ντανιέλ στην αγκαλιά κάποιας ξανθιάς ψευτοκαλλονής που θα το χουφτώνει όσο αυτός θα ταξιδεύει στο γεμάτο στήθος της. Θα πηγαίνει να δουλέψει και στη διαδρομή αυτός θα ξεγύμνωνε με τα μάτια του ακόμα και την κόρη του γείτονα για μια εναλλακτική νύχτα πάθους. Αυτό ήθελε; Έναν άντρα που να βλέπει ποδόγυρο και να προσκυνά? Ένα νεαρό παιδί που ήξερε καλά πόσο ωραίος ήταν και μετρούσε κατακτήσεις? Κι αυτός ο κόσμος πια! Που χώνει τη μύτη του στα ξένα σπίτια, ο άσπιλος και αμόλυντος κόσμος! Η Μαντλέν ήθελε να φύγει μακριά.

Οι ώρες περνούσαν. Δεν ήταν σίγουρη αν σε μία τόσο δύσκολη περίοδο της ζωής της ήταν ωφέλιμο να πάρει εγωιστικές αποφάσεις. Ήταν σίγουρη πως οι γονείς της ήθελαν να την φορτώσουν σε ένα σύζυγο του οποίου το οικογενειακό όνομα ήταν δυνατό αν και η φήμη των τριών αγοριών της οικογένειας δεν ήταν κι η καλύτερη. Αλλά τι να έκανε; Πάρα πολλές φορές είχε προτείνει στον πατέρα της να δουλέψει και να προωθήσει τα κρασιά τους. Ήθελε να φανεί χρήσιμη, ήταν σπουδασμένη και ήθελε να κερδίσει λεφτά, ήθελε να δει άλλωστε τον κόσμο όλο. Κι όμως, οι γονείς της την είχαν σαν μια καλοφτιαγμένη μπομπονιέρα έτοιμη να την προσφέρουν σε έναν γνωστό τους άγνωστο. Παλικαρίσιες, γενναίες αποφάσεις χωρίς καν να ασχοληθεί κάποιος με τα θέλω της. Ο Ντανιέλ της υποσχέθηκε να της δώσει τον κόσμο όλο. Η οικογένειά της τη βεβαίωνε πως και ο κόσμος όλος να μην είναι, ένα τόσο δα μονοπατάκι παρακάτω θα παει και θα είναι ευτυχισμένη. Ίσως ένα σπίτι κλουβί κάνα δυο παιδιά, δεν υπάρχει λόγος να δουλέψει, αυτός θα την κάλυπτε. Σαν μία τραπεζική επιταγή. Αυτή ήταν η αξία της άλλωστε.

Ανέβηκε στο δωμάτιο και χάιδεψε το όνομα στο μπουρνούζι φέρνοντας νοερά τη γιαγιά της. Ένα κρυφό γελάκι της ξέφυγε. Έφτιαξε τα μαλλιά της. Έβαλε το όμορφο φόρεμά της βάφτηκε και κατέβηκε στον κήπο να βοηθήσει στις τελευταίες λεπτομέρειες.

Το κουδούνι της εξώπορτας χτύπησε. Η μητέρα της έτρεξε κατά πάνω της να σουλουπώσει το ήδη περιποιημένο κοντό μαλλί της Μαντλέν. Της χαμογέλασε, «Και όπως είπαμε. Όχι τώρα». Η μητέρα πήγε στην πόρτα και άνοιξε στο γοητευτικό ψηλό αγόρι ο οποίος εμφανίστηκε με μία ανθοδέσμη και σαμπάνια. Η Μαντλέν χαμογέλασε αναγκαστικά. «Φωτεινό μου αστέρι νόμιζες ότι σε ξέχασα;». Τη φίλησε παθιασμένα. Σήμερα ήταν ολοδικός της. Σήμερα ήταν ο κόσμος όλος. Αύριο θα ήταν μία άλλη μέρα. Ημέρα έργων, την είχε ήδη βαφτίσει στο μυαλό της. Δύο λέξεις θα επαναλάμβανε κάτω από τα δόντια της όλη τη μέρα σήμερα. Και το βράδυ επίσης στο κρεβάτι μαζί του. Όταν θα έφτανε σε πλήρη οργασμό καβαλώντας τον, θα τις φώναζε παρόλο που εκείνος δε θα καταλάβαινε την έννοιά των λέξεων. «Ανοίγω φτερά!!!!!!»