Η Μαρία είχε ένα πολύ δυνατό χαρακτηριστικό. Μπορούσε να προσαρμόζεται πολύ εύκολα, ανάλογα με τις προσδοκίες που είχαν οι άλλοι γύρω της. Στο σχολείο ήταν εξαιρετική μαθήτρια, αλλά στο διάλειμμα ήταν πρώτη στους καβγάδες και στο ξύλο. Τις Κυριακές, που πηγαίνανε οικογενειακώς στη Μικρασιάτισσα γιαγιά της, φορούσε το φουστανάκι της και τα σοσόνια της, και πρόσεχε να μην ακουμπάει τα χέρια της στο τραπέζι, και να μην ρουφάει την σούπα της. Όμως με το που έβγαινε στην πλατεία να παίξει με τα υπόλοιπα παιδιά, αμέσως μεταμορφωνόταν σε θηλυκό Ταρζάν και σκαρφάλωνε με άνεση στα δέντρα, πετώντας μανταρίνια στους φίλους της.
Στα δεκαπέντε της γνώρισε τον Μπάμπη. Εικοσιδύο χρονών μαντράχαλος, και φανατικός χεβιμεταλάς. Η Μαρία, άμεσα, έβαψε μαύρο το μαλλί και μαύρο το μάτι, και εντρύφησε στον σκοτεινό κόσμο της νταρκ μουσικής. Με iron maiden ξυπνούσε, με iced earth κοιμόταν. Και δώστου καψούρα ο Μπάμπης, που είχε βρει κοπέλα που εκτιμούσε τη μαυρίλα του. Αγκαλιά έτρεχαν σε όλες τις συναυλίες, και το σκληρό αγόρι χτύπησε και ένα τατουάζ για χάρη της. Σύντομα όμως το Μαράκι βαρέθηκε.
Επόμενος ήταν ο Λάκης, σκυλάς από τους λίγους. Όλα τα μπουζουξίδικα της εθνικής οδού άνοιγαν σαμπάνιες στο όνομά του. Η Μαρία, άνοιξε το μαλλί και κόντυνε την φούστα. Ο πρωινός της καφές είχε για μουσική υπόκρουση Γονίδη, και τα βράδια ίδρωνε χορεύοντας πάνω στα τραπέζια, με τον Λάκη από κάτω να την ραίνει γαρύφαλλα. Όλες οι λουλουδούδες είχαν να το λένε για το πόσο ταιριαστό ζευγάρι είναι, και για το πόσο άλλαξε ο Λάκης από όταν γνώρισε την Μαρία. Όταν όμως έπεσε στο τραπέζι η πρόταση γάμου, η Μαρία κατάλαβε ότι ήταν ώρα να φύγει.
Τότε γνώρισε τον Αλέξανδρο, γόνο πλουσίας οικογενείας των βορείων προαστίων. Η μακριά κόμη της Μαρίας κουρεύτηκε με συνοπτικές διαδικασίες σε ένα αυστηρό καρέ, και τα λαμέ ρούχα αντικαταστάθηκαν από ταγέρ και κουστούμια. Στα εστιατόρια που πήγαιναν για φαγητό ένιωθε ιδιαίτερα άνετα, αφού ευτυχώς είχαν πιάσει τόπο τα μαθήματα της αριστοκράτισσας γιαγιάς της. Γρήγορα έμαθε να κάνει σκι, τόσο τον χειμώνα που πήγαιναν στην Αράχωβα, όσο και το καλοκαίρι που αλώνιζαν τα νησιά. Όμως ακόμα και ο Αλέξανδρος της φαινόταν βαρετός και το μονόπετρο που της φόρεσε στο δάκτυλο το ένιωθε πιο βαρύ κ από κοτρόνα. Οπότε δεν άργησε να βρει τον επόμενο.
Ο Μάικ ήταν ένα μικρό παιδί κρυμμένο μέσα στο σώμα ενός ενήλικα. Λάτρευε τα κόμιξ και τα βιντεοπαιχνίδια. Το Μαράκι πέταξε τα ταγέρ και τις γόβες και βολεύτηκε με αθλητικά παπούτσια και φόρμες. Περνούσαν ατελείωτες ώρες μπροστά στην κονσόλα, σκοτώνοντας ζόμπι και ψάχνοντας για τον κρυμμένο θησαυρό. Σύντομα έμαθε και όλους τους υπερ ήρωες όχι μόνο με το μικρό τους όνομα, αλλά και με ξεχωριστή δύναμη που έχει ο καθένας. Τα Σαββατοκύριακα έμεναν κλεισμένοι σπίτι, μπροστά στην τηλεόραση, εφοδιασμένοι με μεγάλες σακούλες πατατάκια και αναρίθμητα κουτάκια ισοτονικών ποτών, έτοιμοι για μαραθώνιες μάχες. Πάνω όμως που ο Μάικ άρχισε να φαντάζεται τον εαυτό του ως τον σουπερμαν και την Μαρία ως την σουπεργουμαν δίπλα του, εκείνη άρχισε να βαριέται ξανά.
Αυτή τη φορά όμως αποφάσισε να μην ψάξει για αντικαταστάτη, αλλά να ψάξει λίγο τον εαυτό της, να βρει τι πραγματικά θέλει εκείνη από τη ζωή της, και από τον άντρα που θα ήταν δίπλα της. Φυσικά δεν ήταν δύσκολο να το συνειδητοποιήσει. Της άρεσαν όλα, και τα ήθελε όλα. Πολύ απλά, ήθελε έναν άντρα που να μην έχει στεγανά. Που θα μπορούσε να ακούσει από Υπόγεια Ρεύματα μέχρι Πλούταρχο με την ίδια ευκολία, και που θα μπορούσε να σταθεί εξίσου καλά σε ένα σκυλάδικο αλλά και σε ένα κυριλέ εστιατόριο. Έναν άντρα που θα κατανοούσε την ανάγκη της για ποικιλία, και θα στεκόταν δίπλα της σε αυτό. Το μόνο που έμενε ήταν να τον βρει. Πόσο δύσκολο να ήταν;

Και βρήκε τον Μανώλη. Καλό παιδί, με ένα δυνατό χαρακτηριστικό. Μπορούσε να προσαρμοστεί ανάλογα με τις ανάγκες της συντρόφους του. Και το έκανε με μεγάλη επιτυχία. Έπεισε τη Μαρία ότι αυτός ήταν διαφορετικός. Ότι κατανοούσε και σεβόταν τις επιθυμίες της. Ότι την αγαπούσε για αυτό που ήταν και δεν ήθελε να αλλάξει το παραμικρό πάνω της. Έτσι όταν γονάτισε μπροστά της με το μονόπετρο, εκείνη κλαίγοντας φώναξε το ΝΑΙ. Η Μαρία ένιωθε ευτυχισμένη γιατί βρήκε αυτό που δεν ήξερε τόσα χρόνια ότι έψαχνε, μέχρι που ο Μανώλης αποφάσισε ότι δεν υπήρχε πια λόγος να προσποιείται. Ξαφνικά δεν είχε όρεξη για εκδρομές, ούτε καν για μια βόλτα στο τετράγωνο. Δεν άντεχε να ακούει ροκ μουσική, και κατέβασε όσα κρητικά τραγούδια βρήκε, θέλοντας λέει να τιμήσει την καταγωγή του. Έδειχνε καθημερινά στην σύζυγό του πόσο πολύ δεν τον ενδιέφερε η άποψή της για το οτιδήποτε. Και πόσο πολύ βαριόταν μαζί της.

Η συνέχεια ήταν η αναμενόμενη. Ένα ηλιόλουστο πρωί η Μαρία μάζεψε τα μπογαλάκια της, μαζί με λίγα ψήγματα αυτοσεβασμού που της είχαν απομείνει, και έφυγε από το σπίτι. Έκλαψε, χτυπήθηκε, μίλησε με τις ώρες με τις φίλες της, ήπιε τεράστιες ποσότητες αλκοόλ, αλλά κάποια στιγμή, συνήλθε. Και τότε η αλήθεια την χτύπησε κατακούτελα. Δεν χρειαζόταν κανέναν άντρα δίπλα της για να είναι ευτυχισμένη. Μπορούσε να περνάει όμορφα στη ζωή της και χωρίς την παρουσία κάποιου δίπλα της. Δεν είχε σημασία πως ήθελε να είναι ο σύντροφός της, σημασία είχε πως ήθελε να είναι η ίδια. Όταν θα το κατάφερνε αυτό, τότε και μόνο τότε θα ήταν έτοιμη να προχωρήσει παρακάτω. Και αυτό ακριβώς έκανε. Και μπορεί να είναι ακόμη μόνη της, αλλά το απολαμβάνει. Έμαθε να αγαπάει τον εαυτό της, να τον σέβεται και να μην τον αλλάζει για χατίρι κανενός. Γιατί τελικά αυτό που έχει σημασία είναι να τα έχεις καλά με την ψυχή σου, όχι με τους άλλους.