Καθόταν οκλαδόν στον καναπέ πίνοντας σιγά σιγά το κρασί της. Μία μία γουλιά , μικρές δόσεις από το κόκκινο νέκταρ να ηδονίζουν τον οισοφάγο της. Εκείνος της το είχε μάθει. «το κρασί, της έλεγε, πρέπει να το γεύεσαι, να το αφήνεις να στροβιλίζεται μέσα στο στόμα σου, να το νιώθεις» . Αυτό και πόσα ακόμα έμαθε δίπλα του. Κοριτσάκι τον γνώρισε, μικρή , δεν είχε προλάβει να περπατήσει στον κόσμο, αφού είχε μεγαλώσει ιδιαίτερα προστατευμένη μέσα στην μεγαλοαστική οικογένειά της. Με μπαμπά δικαστικό και μαμά δικηγόρο, όλοι προδίκαζαν το μέλλον της. Εκείνη όμως είχε άλλα σχέδια.

Ακόμα θυμάται την αντίδραση του πατέρα της όταν του ανακοίνωσε τα σχέδια της. Δεν αντέδρασε, δεν φώναξε, δεν απείλησε. Απλά έσκυψε το κεφάλι, κύρτωσαν οι ώμοι του και της είπε «εύχομαι να μην το μετανιώσεις». Την επόμενη μέρα κι όλας γράφτηκε στη σχολή δημοσιογραφίας. Ήταν τόσο χαρούμενη, αν και το καταλάβαινε από την πρώτη στιγμή ότι θα ήταν δύσκολο να την αποδεχτούν. Είχε ένα βασικό μειονέκτημα, που δεν μπορούσε να κάνει τίποτα να το αλλάξει. Ήταν γυναίκα. Εκείνη όμως πείσμωσε. Κανείς και τίποτα στον κόσμο δεν θα έστεκε εμπόδιο στο όνειρό της.
Ένα απόγευμα, μετά τη σχολή, πήγε στα γραφεία της εφημερίδας που δούλευε ο κ. Κώστας, παλιός, οικογενειακός φίλος. Του ζήτησε δουλειά. Όχι βέβαια να αρθρογραφεί στην εφημερίδα, παρά να κάνει την χαμαλοδουλειά. Έγραφε τα εφημερεύοντα φαρμακεία, έφτιαχνε καφέδες, ήταν το παιδί για όλες τις δουλειές. Δεν την ένοιαζε όμως. Ήταν ευτυχισμένη. Η μυρωδιά από το μελάνι και η μουντζούρα στα δάκτυλά της ήταν όλα όσα ζητούσε. Και τότε τον πρωτοσυνάντησε. Ένα βράδυ, που εκείνη ως συνήθως ήταν ακόμα στο γραφείο, τον είδε να μπαίνει. Ψηλός, αρρενωπός, απέπνεε σιγουριά. Ήρεμη δύναμη.

Δεν ήξερε ποιος ήταν, κατάλαβε όμως από τις αντιδράσεις των συναδέλφων ότι πρέπει να ήταν κάποιος γνωστός, αφού υπήρξε άμεση κινητοποίηση με την άφιξή του. Μπήκε στο γραφείο του προέδρου και έκλεισαν τις πόρτες. Μετά από λίγο άκουσε το όνομά της. Την φώναζαν στο γραφείο. Ίσιωσε την φούστα της, πέρασε τα δάκτυλα της μέσα από τα μαλλιά της, πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε στο γραφείο. Ήθελαν απλά καφέ. Απογοητεύτηκε, αλλά ήταν πολύ περήφανη για να το δείξει. Έφτιαξε τα καφεδάκια και πρόσφερε το φλυτζάνι στον άγνωστο κύριο, με ένα χαμόγελο τόσο ψεύτικο που σχεδόν έκανε το πρόσωπό της να πονάει. Γύρισε στην γραφομηχανή της και άρχισε να χτυπάει τα πλήκτρα με τόση ένταση που φοβόταν ότι θα τα σπάει.

Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να ανοίξει ξανά η πόρτα. Προφανώς ήταν κάτι σοβαρό, αφού ο πρόεδρος σπάνια έχανε το δείπνο με την οικογένειά του. Ήταν ο όρος που του είχε βάλει η γυναίκα του. Δούλευε όσο θέλεις, αλλά το βράδυ θα είσαι σπίτι , να τρώμε όλοι μαζί, να νιώθουν τα παιδιά ότι είμαστε οικογένεια. Κι εκείνος το τηρούσε ευλαβικά. Άραγε τι ήταν τόσο σημαντικό σε αυτόν τον άγνωστο που τον υποχρέωσε να λείψει από το ιερό οικογενειακό δείπνο. Έσκυψε στην γραφομηχανή της και προσποιήθηκε ότι γράφει. Ξάφνου ένιωσε κάποιον να στέκεται από πάνω της. «καλησπέρα, είμαι ο Αχιλλέας, και είμαι σίγουρος ότι έχεις τελειώσει την στήλη σου. Επίσης είμαι βέβαιος ότι πεινάς». Δεν χρειάστηκε να της πει τίποτα άλλο. Φύγανε μαζί, και από τότε για τα επόμενα 35 χρόνια ήταν μαζί.

Δεν ήταν εύκολο. Εκείνος της μίλησε ανοιχτά από το πρώτο κι όλας βράδυ. Ήταν παντρεμένος, με παιδιά σχεδόν στην ηλικία της, η γυναίκα του ήταν άρρωστη και δεν είχε πρόθεση να την χωρίσει. Την Μαρίνα απλά δεν την ενδιέφεραν αυτές οι λεπτομέρειες. Ήθελε να είναι μαζί. Και ήταν. Νοίκιασαν σπίτι, έμειναν μαζί , ζούσαν σαν κανονικό ζευγάρι. Ο Αχιλλέας ήταν σπουδαίος δημοσιογράφος, με έντονη κοινωνική ζωή και παντού πήγαιναν μαζί. Την παρουσίαζε πάντα ως «Η Μαρίνα μου». Στην αρχή ίσως ήταν λίγο δύσκολο. Άκουγε τους ψιθύρους. Η ερωμένη, η γκόμενα, η μετρέσα. Αλλά ο Αχιλλέας δεν την άφησε στιγμή από το χέρι του. Και τα χρόνια περνούσαν, και ήταν πάντα μαζί. Εκείνος της έμαθε τα πάντα. Κι όταν πέθανε η σύζυγός του, παντρεύτηκαν. Όχι για την κοινωνική αποκατάσταση, όπως της είπε, αλλά για την νομική. Να έχεις την σύνταξή μου όταν φύγω.

Και μετά από 35 χρόνια κοινής ζωής, απόλυτου σεβασμού, και αρμονικής συμβίωσης, εκείνος έφυγε. Ήρεμα, γαλήνια, όπως έζησε. Κι εκείνη έμεινε πίσω, να πίνει το κρασί της όπως εκείνος της έμαθε, να γράφει τα άρθρα της, όπως εκείνος της δίδαξε, να ζει μια ζωή που χωρίς εκείνον δεν έχει πια χρώμα.