Ο Μαρσέλ έφτιαξε τον πάγκο του. Με ελληνικό καφεδάκι από τον κυρ Βασίλη, σιγά σιγά έστρωσε τα βαζάκια με το ροδαλό περιεχόμενο, το μπεζ διακριτικό δέσιμο με σχοινάκι και το λευκό αυτοκόλλητο με τα μπεζ γράμματα «Μέλι Ανθέων MC». Ένιωθε αυτήν την καινούρια αρχή σαν την ευκαιρία του να κρατήσει ζωντανή την εικόνα της που τόσο νοσταλγούσε.

Με τη Μαρί Κλωντ γνωρίστηκαν σε ένα πάρτι. Όταν ήταν ακόμη έφηβοι. Νέα παιδιά στη δεκαετία του 70 ζούσαν τις αλλαγές των καιρών εκεί στον ανατολικό Βορρά της Γαλλίας. Σε εκείνο το πάρτι που είχε οργανώσει η κολλητή φίλη της Μαρί Κλωντ, ο Μαρσέλ ήρθε με δύο φίλους του. Δε θα κάθονταν πολύ, ίσως για καμιά μπίρα και μετά θα έφευγαν για να παίξουν μπιλιάρδο, πίσω από το παλιό ταχυδρομείο, σε εκείνο το υπόγειο όπου τα φιλαράκια μετρούσαν άπειρα στοιχήματα και γέλια, μαζί με στέκα και κόκκινες μπάλες.

Η Μαρί Κλώντ ήταν ένα όμορφο κορίτσι και αργότερα μία εντυπωσιακή γυναίκα. Η χαμογελαστή της όψη, η ανάλαφρη αύρα της, οι ντελικάτες της κινήσεις που θύμιζαν μπαλαρίνα αλλά και τα μεταξωτά της χυτά μαλλιά κέρδισαν το Μαρσέλ από το πρώτο δευτερόλεπτο που την αντίκρισε. Έρωτας με την πρώτη ματιά λένε. Εκείνος θα έλεγε πάλι πως δάγκωσε τη λαμαρίνα για τα καλά. Γιατί το βράδυ του πάρτι, για πρώτη φορά δεν ακολούθησε τους φίλους του στο μπιλιάρδο. Εκείνο το βράδυ σήμανε η αρχή της δικής τους ιστορίας, άλλοτε χορεύοντας στις μπαλάντες του Πολναρέφ, νιώθοντας πως ταξιδεύουν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, άλλοτε ανταλλάσσοντας βλέμματα γεμάτα κρυφές γρήγορες ανάσες και φιλιά γεμάτα μέλι. Σαν το μέλι που τώρα ο Μαρσέλ πουλούσε, κρατώντας τις αναμνήσεις αυτές ζωντανές. Αξέχαστες.

Η ζωή τους χαμογέλασε για τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια. Ο καθένας ολοκλήρωσε τις δικές του σπουδές. Δούλεψαν και έκαναν οικογένεια. Η Μαρί Κλώντ δούλευε ως γραμματέας σε μία νομική εταιρία ενώ ο Μαρσέλ ήταν διευθυντής τραπεζικού καταστήματος. Στο Νανσί ζούσαν ευτυχισμένοι με τις δύο κόρες τους τις οποίες καμάρωναν, δύο κούκλες οι οποίες πρόσφατα μετακόμισαν στο Παρίσι για τις σπουδές τους. Κι έτσι το ζευγάρι που μετρούσε τον έρωτά του από τότε που ήταν παιδιά, περνούσαν το χειμώνα τους μπροστά στο τζάκι αγκαλιασμένοι, παρέα με βιβλίο, με τηλεόραση ή με επιτραπέζια παιχνίδια. Και κάποιες ημέρες ο Μαρσέλ έκανε μασάζ στα πόδια της Μαρί Κλωντ κοιτάζοντάς τη πάντα με τόση αγάπη στα μάτια. Έβγαιναν τα σαββατόβραδα για φαγητό, ίσως και για λίγη τζαζ στο Παρέν, παρέα με μαλτ και μετά στο σπίτι, συνέχιζαν τις βραδιές τους γεμάτες έντονο πάθος, κάτω από τις ζεστές κουβέρτες ψιθυρίζοντας λόγια αγάπης, λόγια πάθους γεμάτα γλυκό πόνο, με χέρια που απαλά ταξίδευαν στο ανάγλυφο του κορμιού τους.

Η αγάπη δεν είχε ηλικία. Και δύο ψυχές, που ενώθηκαν από νέα παιδιά και δεν έπαψαν ποτέ να ονειρεύονται, αφήνονταν σώμα και μυαλό να ταξιδεύουν.  Λάτρευαν την Ελλάδα και επιθυμούσαν να περάσουν στη σύνταξη περισσότερο χρόνο στην Πάτμο την οποία επισκέπτονταν συχνά. Για αυτούς η Ελλάδα ήταν ένας παράδεισος με άφθονο ήλιο αλλά και ζεστούς ανθρώπους. Κι εφοδιάζονταν κάθε φορά με ήλιο και αλμύρα, η Μαρί Κλωντ συνέλεγε βότσαλα χρωματιστά κι επέστρεφαν στη Λωραίνη με όνειρα να καταδυθούν πάλι στα καταγάλανα νερά του Αιγαίου.

Πριν πέντε χρόνια όμως ο ήλιος που μετέφεραν στα πρόσωπα και τις καρδιές τους δεν ήταν αρκετός. Κάποιες ενοχλήσεις, κάποια αλλαγή στο χρώμα της γυναίκας, μερικές δύσκολες ημέρες στο μήνα που αναρωτιόταν αν είχαν σχέση με την εμμηνόπαυση ή με κάτι άλλο. Δυστυχώς ήταν κάτι άλλο. Τα επόμενα χρόνια ήτα δύσκολα. Τρία χρόνια όπου η θετική διάθεση κατέληξε δυνατή προσευχή μήπως και βγουν από την τρικυμία. Μάταια όμως. Το καράβι βυθιζόταν.

Ο Μαρσέλ, που έκρυβε τα δάκρυά του διακριτικά στο μπάνιο, ή σε εκείνες τις σύντομες βόλτες κοντά στη Μοζέλα τις Κυριακές, όταν η μεγάλη του κόρη ερχόταν από το Παρίσι, σκεφτόταν πώς να απαλύνει και να κάνει ευχάριστο  το διάστημα που έμενε στη Μαρί Κλώντ. Ήθελε να τη θυμάται να «φεύγει» με χαμόγελο παρόλο που ο πόνος είχε διαπεράσει το κορμί της. Κάθε βράδυ στον ύπνο του την ονειρευόταν ευτυχισμένη. Σε παραλίες, σε δάση, με πικνικ παρέα με κρασί όπως όταν ήταν νέοι. Μόνο που όλα αυτά έμεναν γλυκές αναμνήσεις από το παρελθόν. Η σκιά ελπίδας για να την κρατήσει κοντά του. Μέχρι εκείνη την Κυριακή στη Μοζέλα. Κρατούσε σφιχτά στην παλάμη του ένα από τα βοτσαλά της. Εξι μήνες νωρίτερα, έχοντας παραιτηθεί από τη δουλειά του για να αφοσιωθεί εξ’ολοκλήρου σε εκείνη, αποφάσισε να βάλει μπρος μια δική του δουλειά, συνδιάζοντάς τη με τη δική της φροντίδα. Η Ελλάδα ήταν έντονα στο μυαλό του. Στην Πάτμο είχαν ανακαλύψει έναν ντόπιο παραγωγό μελιού. Αγόραζαν πάντα και έφερναν μαζί τους πίσω. Ο Μαρσέλ ενδιαφέρθηκε για την παραγωγή, κυρίως όμως για την πώληση πιστεύοντας πως το άκρως απολαυστικό αυτό προιόν, με τη νοστιμιά των ανθέων ενός ελληνικού νησιού που συνδύαζε την πυκνότητα της γλύκας με μικρές γευστικές πινελιές από το αλμυρό χώμα, ίσως να ήταν η λύση. Του άρεσε η ιδέα μίας αλλαγής σε ζεστό κλίμα. Ακόμα και αν ήταν οι τελευταίες ημέρες της. Η Μαρί Κλωντ θα αντίκριζε γαλάζιο, θα τη φυσούσε δροσερό αεράκι και τα ξυπόλυτα πόδια της θα ακουμπούσαν τις ζεστές πλάκες στην αυλή του σπιτιού, με καλυμμένες τις πλάτες της από την ανοιξιάτικη βελούδινη ροζ κουβέρτα, σίγουρος πως δε θα την αποχωριζόταν ούτε σε αυτό το ταξίδι, πιθανόν το τελευταίο.

Το τηλέφωνό του χτύπησε. Ήταν η κόρη του αναστατωμένη. Η Μαρί Κλωντ μεταφερόταν εσπευσμένα με δύσπνοια που της έπνιγε την ανάσα. Είναι χλωμή πολύ μπαμπά, θυμάται να του είπε. Και τα λόγια της ήταν διακεκομμένες λέξεις γεμάτες δάκρυα. Ο Μαρσέλ άρχισε να τρέχει προς το αμάξι του.

Ο πάγκος ήταν έτοιμος. Τα περιποιημένα γκρίζα γένια του αλλά και οι κρόταφοί του αναδείκνυαν τη γοητευτική του καστανή ματιά, λαμπερή όπως φάνταζε στο μεσογειακό φως του νησιού. Θλιμμένη ματιά, που ποτέ δεν κατάφερε πει αντίο πριν την τελευταία της πνοή. Άνοιξε ένα βάζο και άπλωσε μία στάλα μέλι επάνω σε μία φρυγανιά. Στην γλυκιά γέυση αναγνώρισε την πιο όμορφη ανάμνηση τους όταν έτρωγαν πρωινό. Έκλεισε τα μάτια του ενώ ένα απαλό δροσερό αεράκι διαπέρασε το γαλάζιο πουκάμισό του και τον ανατρίχιασε. Θα ορκιζόταν πως ένας γνωστός ζεστός ψίθυρος του χάιδεψε το αυτί λέγοντας «Εδώ είμαι!». Ο Μαρσέλ άνοιξε τα μάτια του και βρήκε επάνω στον πάγκο ένα βότσαλο καρδιά. Ναι, ήταν εκεί. Μαζί του, για πάντα!

 

Αφιερωμένο σε ένα μεγάλο έρωτα που παρέμεινε μια δυνατή ανάμνηση και μία ζεστή ανάσα στην πορεία της ζωής.