«Μαμά θέλω κι εγώ να μάθω ποδήλατο με δυο ρόδες!»
«Πες στ’ αδέρφια σου να σου δείξουν βρε Παυλάκη μου, εγώ είμαι κουρασμένη.»
«Δεν έρχονται μαμά! Παίζουν με τους φίλους τους! Έλα εσύυυυυ!»
Ο μικρός τράβηξε παραπονιάρικα την τελευταία συλλαβή και η Ελένη τον κοίταξε με λύπη. Φαντάστηκε τον εαυτό της κάτω στον δρόμο, μέσα στον καλοκαιρινό ήλιο του απομεσήμερου, να προσπαθεί να δείξει στον μικρό της γιο πώς να ισορροπεί. Στην σκέψη και μόνο κουράστηκε. Τα κιλά της πολλά, ενώ η ψυχολογία της εδώ και χρόνια της επέτρεπε μόνο τα βασικά. Δεν θέλει να κατεβεί στον δρόμο, δεν θέλει να κάτσει κάτω από τον ήλιο, δεν θέλει να της πιάσουν συζήτηση οι γειτόνισσες που θα είναι τριγύρω προσέχοντας τα παιδιά τους. Κάθε φορά τα ίδια:
«Τι κάνεις Ελένη μου;»
«Καλά!»
«Καιρό έχουμε να σε δούμε! Πού χάθηκες;»
«Ε, τίποτα μωρέ, δουλείες…»
«Αδυνάτισες ή μου φαίνεται;»
«Όχι δεν αδυνάτισα, ευχαριστώ πάντως.» προσθέτοντας από μέσα της: «Όχι δεν αδυνάτισα. Παραμένω όπως είμαι. Είμαι χοντρή και έχω κατάθλιψη. Δεν θέλω να μου μιλάτε και να με αναγκάζετε να απαντάω από ευγένεια! ΑΦΗΣΤΕ ΜΕ ΗΣΥΧΗ!»
Το επίμονο τράβηγμα του μανικιού της από τον μικρό, διέκοψε την σκέψη της. Την κοιτάει τώρα με όλο του το παράπονο.
«Έλαααα μαμάααααα! Σε παρακαλώωωω!!!»
«Παυλάκη ΑΡΚΕΤΑ! Σου είπα είμαι κουρασμένη! Πες στον Τάκη να σου δείξει! Άσε με!»
Ο μικρός γύρισε την πλάτη και έφυγε με σκυμμένο κεφάλι, μουρμουρίζοντας «μόνο εγώ δεν ξέρω με δυο ρόδες…»
Αλήθεια ήταν. Μόνο ο Παύλος της δεν ήξερε με δυο ρόδες ποδήλατο από όλα τα παιδιά της ηλικίας του στην γειτονιά. Ήταν 6 χρονών και ήταν ο μόνος που δεν ήξερε ποδήλατο με δυο ρόδες και μπάνιο χωρίς μπρατσάκια. Μα πώς να του δείξει; Μπάνιο ειδικά, δεν το διανοούνταν καν. Είχε να πάει στην παράλια 6 χρόνια ακριβώς. Αρχικά είχε σαν δικαιολογία ότι ο Παύλος είναι μωρό και δεν έπρεπε να κάθεται πολλές ώρες στον ήλιο και την ζέστη. Μετά ότι ο Παύλος είναι μικρούλης και κουράζεται. Μετά απλά ξεχάστηκε από όλους το ενδεχόμενο ότι θα μπορούσε ΕΚΕΙΝΗ να πάει παραλία. Τα 3 μεγάλα της, πήγαιναν στο χωριό της γιαγιάς τους κάθε καλοκαίρι που ήταν παραθαλάσσιο και τουριστικό, ο Παύλος έμενε στο σπίτι. Πήγε στην θάλασσα εκεί κοντά με τον πατερά του μερικές φορές, όποτε μπορούσε κι αυτός να βρει κάποιο απόγευμα χωρίς δουλειά. Πάντα όμως με μπρατσάκια. Δεν μπορεί ένα παιδάκι να μάθει κολύμπι όταν πηγαίνει 3 φορές το χρόνο στην θάλασσα.
Κι όμως θυμάται τον εαυτό της με μαγιό μπικίνι να δείχνει υπομονετικά στον Τάκη της πώς να χτυπάει χέρια και πόδια μέσα στο νερό. Θυμάται τον εαυτό της με τα αθλητικά παπούτσια να τρέχει πίσω από την Μαρία όταν προσπαθούσε να ισορροπήσει πάνω σε 2 ρόδες. Θυμάται τον εαυτό της να κάνει χουζούρια στον ήλιο, αγκαλιά με τον μεγαλύτερο της, τον Κωστή, ενώ ήταν βρέφος. Και μετά ήρθε ο Παύλος της. Ήταν μωρό-έκπληξη. Δεν είναι ότι δεν τον ήθελε, απλώς ήρθε «απρογραμμάτιστα». Ο Τάκης της, ο 3ος στην σειρά, ήταν ήδη 10 όταν ήρθε ο Παύλος, κι εκείνη κλεισμένα τα 43. Μεγάλη δεν ήταν, όμως ήταν διαφορετική η εγκυμοσύνη της. Πιο δύσκολη. Έπρεπε να μείνει σε ακινησία, ταλαιπωρήθηκε, πηρέ κιλά. Πολλά-πολλά κιλά. Ο γιατρός την μάλωνε. Μέχρι που ήρθε ο μικρός στον κόσμο και τον λάτρεψε, όμως μίσησε τον εαυτό της και το σώμα της. Δεν ήθελε πια να πάει στην παραλία, δεν ήθελε να βγει, δεν ήθελε να περιποιηθεί. Έβγαινε για τα βασικά από το σπίτι σαν κυνηγημένη, μην τυχόν την δουν και της πιάσουν κουβέντα από την γειτονιά. Με τα χρόνια η σκέψη ότι θα αφήσει το σπίτι, της έφερνε όλο και μεγαλύτερη δυσφορία.
Ένιωσε δάκρυα να θολώνουν τα ματιά της και να στάζουν στα μαγουλά της. Πήγε στο παράθυρο και άρχισε να χαζεύει τον δρόμο που έπαιζαν τα παιδιά. Ο Τάκης με τους φίλους του έπαιζε μπάλα στο γηπεδάκι απέναντι. Η Μαρία με τις φίλες της καθόταν σε ένα πεζούλι και συζητούσαν γελώντας. Ο Κωστής ήταν για καφέ με τους φίλους του, στην πόλη. Είχε περάσει κατά πολύ ο καιρός που περιοριζόταν στην γειτονιά. Μεγάλωσε. Όλα τα παιδιά, μικρά και μεγάλα, ήταν με την παρέα τους και κάπου εκεί στο πεζοδρόμιο, μόνο του, ένα μικροκαμωμένο ξανθούλικο αγοράκι, που προσπαθούσε να καβαλήσει ένα ποδήλατο πολύ μεγάλο για το μπόι του. Ο Παύλος της. Βούρκωσε ξανά. Ήταν μόνος του. Τον παρατηρούσε να ανεβαίνει με το ζόρι πάνω από το σίδερο και να προσπαθεί με ορθοπεταλιά να ανέβει στην σέλα και να ισορροπήσει. Μα πώς να τα καταφέρει; Είναι μια σταλιά και το ποδήλατο είναι ένα παλιό του Τάκη. Καλά πού το βρήκε; Ανέβαινε, έκανε με το ζόρι ένα μέτρο και έχανε την ισορροπία του. Πατούσε κάτω τα πόδια του και ξανανέβαινε. Μα τι επίμονος που ήταν αυτός ο μικρός. Δεν τον πτοούσε τίποτα και η Ελένη τον παρακολουθούσε με τις τύψεις της που τον είχε τόσο αδικημένο, να ανακατεύονται με περηφάνια για το πείσμα του. Ανέβαινε, έκανε ένα μέτρο, πόδια κάτω. Ξανά και ξανά. Η Ελένη τον κοιτούσε με αγωνία για το αν θα τα καταφέρει. Ώσπου το ένα μέτρο έγινε δυο, τα δυο τρία και ο μικρός ξεκίνησε να ισορροπεί! Η Ελένη τσίριξε από την χαρά της κι ας ήταν η ίδια στάσιμη. Οχτώ, εννιά, δεν πρέπει να έκανε ακριβώς δέκα μέτρα και η ματιά της πάγωσε. Ο μικρός δεν πρόλαβε να στρίψει το τιμόνι για να αποφύγει το πεζούλι και έπεσε πάνω του. Η καρδιά της σταμάτησε, όταν είδε τον Τάκη να ορμάει και να σηκώνει τον μικρό από τις λάσπες που έπεσε. Το μέτωπο του είχε αίματα. Έκλαιγε και φώναζε. Σαν να μην ήταν αυτή, είδε από μακριά τον εαυτό της να τρέχει κάτω, πηδώντας δυο-δυο τα σκαλιά. Αλήθεια δεν φανταζόταν ότι μπορεί να κινηθεί τόσο γρήγορα. Έφτασε δίπλα στο μικρό που ήταν σε σοκ.
«Σώπα είμαι εδώ!» του είπε και σηκώνοντας τον, έτρεξε προς το αυτοκίνητο. Ξεκίνησε γκαζώνοντας για το Κοινοτικό Ιατρείο.
Ο Παύλος της ήταν τόσο γενναίος. 7 ράμματα στο μέτωπο του έκανε ο γιατρός. Είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά της και έκλαιγε σιγανά. Τον άφησε για λίγο στο κρεββάτι να ξαπλώσει. Πλησίασε τον γιατρό.
«Κυριά Παπανικολάου, δεν φαίνεται να έχει κάτι, αλλά να τον προσέχετε στον ύπνο σήμερα το βράδυ.» της είπε καθησυχαστικά.
«Γιατρέ θέλω να μου συστήσετε έναν καλό ψυχολόγο στην πόλη» ήταν το μόνο που βρήκε να του απαντήσει.
Ο γιατρός την κοίταξε. Μουρμούρησε ένα «βεβαίως», έψαξε λίγο την ατζέντα του και της έγραψε σε ένα χαρτάκι ένα όνομα και το τηλέφωνο. Η Ελένη το έβαλε στην τσέπη της και πλησίασε τον μικρό.
«Μαμά, όλα αυτά τα αίματα στην μπλούζα σου είναι δικά μου;»
«Ναι Παυλάκη μου, αλλά σταμάτησαν τώρα, μην ανησυχείς.»
«Μαμά σου λέρωσα και την μπλούζα…» είπε ο μικρός έτοιμος να κλάψει.
«Δεν πειράζει, θα πάμε αύριο στην πόλη να πάρουμε άλλη. Και ξέρεις τι άλλο θα πάρουμε; Ένα ωραίο ποδήλατο για σένα και σου υπόσχομαι Παυλάκη μου ότι δεν θα σε ξαναφήσω μόνο σου! Θα έρθω εγώ και θα σου μάθω ποδήλατο! Και μόλις βγάλουμε τα ράμματα θα πάμε μαζί, να μάθεις και μπάνιο στην θάλασσα, χωρίς μπρατσάκια!»
«Αλήθεια μαμά;»
«Εννοείται!» του απάντησε προσθέτοντας ψιθυριστά: «γιατί αξίζεις κι εσύ μια μαμά διπλά σου…»