Τον Γιώργο τον ήξερε από το πανεπιστήμιο. Φίλος ήταν με την τότε σχέσης της, μόνο που όταν η σχέση είχε πάρει πόδι, ο Γιώργος είχε μείνει, καταπατώντας ίσως την αντρική αλληλεγγύη που θα επέβαλε να χωρίσουν οι δρόμοι τους . Η φιλία τους μετρούσε ήδη 12 χρόνια και στα 12 αυτά χρόνια, ουδέποτε είχαν ανταλλάξει κακή κουβέντα. Μπορεί τώρα που είχαν τριανταρίσει και οι δυο να μην βλεπόντουσαν τόσο συχνά όσο παλιότερα, αλλά πάντοτε φρόντιζαν να βρίσκονται για καμία μπύρα. Έτσι εις μνήμη των παλιών καλών καιρών. Ο λόγος που συμπαθούσε τόσο τον Γιώργο ήταν γιατί ήταν έξω καρδία άνθρωπος και λίγο χύμα. Αυτή η επιφανειακή αναισθησία του, που όταν ήταν φοιτητές την εξόργιζε, μέσα στα χρόνια έγινε και ο λόγος που τον έκανε ακόμα παρέα. Ένα φεγγάρι μάλιστα τον είχε προξενέψει και σε μια ξαδέλφη της, αλλά η κομπόστα δεν είχε δέσει τελικά. Και επειδή ο χωρισμός την είχε φέρει σε δύσκολη θέση, πήρε το μάθημα της και εκ τότε αποφάσισε, να μην το ξαναπαίξει Γεωργία Βασιλειάδου.

Όταν λοιπόν διάβασε την περιγραφή του διαγωνισμού, εκείνος ήρθε κατευθείαν στο μυαλό της για να την βοηθήσει. Αν ήθελε να έχει μια ελπίδα να μην ξεφτιλιστεί εντελώς, χρειαζόταν την γνώμη κάποιου άντρα και ο αρραβωνιαστικός της σίγουρα δεν ήταν ο κατάλληλος. Νωρίς εκείνο το πρωί του είχε τηλεφωνήσει και τον είχε παρακαλέσει να περάσει το βραδάκι για ένα φραπέ και μια χάρη που ήθελε να του ζητήσει. Και εκείνος φυσικά σαν πιστός φίλος, είχε δεχτεί. Το πώς τώρα θα άρθρωνε αυτό που είχε σκοπό να του ζητήσει, ήταν άλλη υπόθεση. Ανήσυχη έφτιαξε τον δικό της καφέ και ιδρωμένη από την ζέστη βγήκε στο μπαλκονάκι.” Όχι, τέρμα οι ντροπές!” σκέφτηκε και ήπιε μια μεγάλη γουλιά καφέ. Θα του το ζητούσε ο κόσμος να χαλάσει. Το κίνητρο ξεπερνούσε τα κοινωνικά προσχήματα και αν ήταν πραγματικός φίλος, θα το καταλάβαινε και δεν θα την παρεξηγούσε. Λίγα λεπτά αργότερα άκουσε μια μηχανή να παρκάρει από κάτω και κρεμασμένη από το κάγκελο, τον είδε να προχωράει προς την είσοδο. Το κουδούνι της πόρτας της δεν άργησε να χτυπήσει και όταν πίσω από αυτή φάνηκε εκείνος με το γνωστό αυτάρεσκο χαμόγελο του, δεν μπόρεσε να μην σκεφτεί πόσο πιο ευγενικός είναι ο χρόνος με τους άντρες.

“Καλώς τον.”
“Σαν τα χιόνια!!! Τι κάνεις βρε, χαθήκαμε.”
“Εδώ προσπαθώ να την παλέψω με τη ζέστη. Εσύ καλά; Η Ζωή καλά;”
“Καλά. Η Ζωή στην μάνα της στο χωριό. Τέλος της βδομάδας θα πάω να την μαζέψω και στο καπάκι φεύγουμε διακοπές. Εσένα ο μαλάκας καλά είναι;”
“Έλα ρε συ Γιώργο, μην τον λες έτσι! Καλά είναι, όπως μας ξέρεις. Εγώ εδώ, εκείνος στη Θεσσαλονίκη. Μας έχουν φάει τα χιλιόμετρα. Να κάνω καφέ;”
“Εννοείται και πάμε να κάτσουμε στο μπαλκόνι, γιατί θα σκάσουμε! Μιλάμε δεν βλέπω την ώρα να απλώσω την κορμάρα μου σε καμία αμμουδιά. Βράζει ο τόπος.”
“Αύγουστος είναι, τι περίμενες.”
“Για πες, πως και μας έκανες την τιμή; Κάτι για χάρη είπες το πρωί στο τηλέφωνο. Ανησύχησα να είμαι ειλικρινής, τι τρέχει;”
“Πάρε τον καφέ και πάμε έξω. Θα σου εξηγήσω, δεν είναι κάτι σοβαρό” είπε και άρχισε να περπατάει προς το μπαλκονάκι. Κάθισε στην καρέκλα και άναψε ένα τσιγάρο. Ο Γιώργος την μιμήθηκε και για μερικά λεπτά απλά κάπνιζαν κοιτώντας εκείνος με περιέργεια και εκείνη με αμηχανία.
“Άντε καλέ λέγε, με γκάστρωσες!”
“Σκάσε. Ψάχνω να βρω τις σωστές λέξεις…”
“Εσύ και δεν βρίσκεις λέξεις; Πω πω κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε!”
“Μα αυτό θέλω να σου πω, πως δεν βρίσκω τις σωστές λέξεις για πρώτη φορά και θέλω βοήθεια.”
“Μυστήρια μου τα λες. Πες παιδάκι μου τι θες. Λες και θα μου ζητήσεις το νεφρό μου κάνεις!”
“Ωχου ρε συ Γιώργο, δεν βοηθάς καθόλου να ξέρεις!”
“Αννούλα κάτσε να το πάρουμε από την αρχή, μπας και αν σε πιάσω με το καλό, μου πεις τι σκατά θες.”
“Λοιπόν, θα σου πω και ο Θεός βοηθός. Πολύ, πολύ να με βρίσεις, αλλά δεν θα είναι και πρώτη φορά. Ποιο είναι το όνειρο μου;”
“Να σώσεις τον κόσμο;”
“Εκτός από αυτό…”
” Ξέρω εγώ ρε Άννα. Α να γίνεις συγγραφέας μήπως;”
“Μπίνγκο!”
“Και;”
“Και αποφάσισα να το κυνηγήσω.”
“Και πολύ καλά θα κάνεις. Χρόνια στο λέμε, αλλά μας γράφεις στα παπάρια σου! Γιαυτό σου είπα εσύ και να μην βρίσκεις λέξεις, είναι σπάνιο. Είσαι από τους λίγους ανθρώπους που ξέρω και χειρίζονται τον λόγο τόσο καλά. Το λοιπόν, εγώ που εμπλέκομαι σε όλο αυτό; Δεν καταλαβαίνω. Τα απομνημονεύματα μου θες να γράψεις;”
“Όχι ακριβώς, προχτές έπεσα τυχαία στην ανακοίνωση ενός λογοτεχνικού διαγωνισμού διηγήματος και σκέφτομαι να πάρω μέρος.”
“Συνεχίζω να μην βρίσκω το πρόβλημα. Τότε στο πανεπιστήμιο είχα διαβάσει κάποια φοβερά διηγήματα σου. Στείλε ένα από αυτά και θα είσαι κομπλέ.”
“Δεν μπορώ, γιατί ο διαγωνισμός έχει συγκεκριμένο θέμα.”
“Που είναι;”
“….Άσεμνες ιστορίες…”
“Χα χα χα αυτό να δω και να πεθάνω. Την Αννούλα να γράφει πορνογράφημα!”
“Σκάσε ρε, μη γελάς!”
“Πως να μην γελάω. Εσύ μαλάκας λες και κοκκινίζεις.”
“Και εκεί είναι το πρόβλημα μου.”
“Βρε πουλάκι μου, δεν βρίσκεις κανένα άλλο διαγωνισμό να πάρεις μέρος;”
“Όχι έφτασα 32 χρονών και πως να στο εξηγήσω. Είναι ας πούμε το στοίχημα που έβαλα με τον εαυτό μου. Δεν μπορεί κάθε φορά που είναι να περιγράψω μια ερωτική σκηνή, να πρέπει να επιστρατεύω ότι λεκτική δίοδο υπάρχει, για να γλιτώσω τις λεπτομέρειες. Στην τελική αυτά που γράφω σε γυναίκες απευθύνονται κυρίως και οι εποχές έχουν αλλάξει. Το γυναικείο φύλο δεν αρκείται πια σε ρομαντικές διφορούμενες περιγραφές. Τις αποζητά τις πικάντικες λεπτομέρειες. Την σεξουαλική απελευθέρωση μου μέσα! Οκ το ξέρω, άπατη θα πάει η ιστορία, αλλά τουλάχιστον θα είναι μια προσωπική νίκη, αν τα καταφέρω. Και όταν λέω καταφέρω, ξέρω προκαταβολικά πως σαν άντρας αποκλείεται να προσεγγίσω μια τέτοια ιστορία. Αλλά δεν θέλω να γράψω κάτι νερόβραστο. Θέλω να είναι βγαλμένο από την εποχή μας, έξυπνο και καυτό χωρίς να προκαλεί τόσο με το ακραίο θέμα του, όσο με την απλότητα του. Τι λες θα με βοηθήσεις;”
“Κάτσε να δω αν κατάλαβα καλά. Θες να σου εξιστορήσω μια τέτοια άσεμνη ιστορία μου, για να την γράψεις;”
“Όχι ρε Γιώργο! Άσεμνες ιστορίες έχω και δικές μου, δεν σε έχω ανάγκη. Άσε που δεν χρειάζεται να είναι πραγματική ιστορία. Στον τομέα φαντασία, δεν έχω πρόβλημα. Να με βοηθήσεις με την ορολογία θέλω, για να μην ρεζιλευτώ με άκυρες και παλαιολιθικές εκφράσεις.”
“Μιλάς σοβαρά; Θες δηλαδή να σου μιλήσω βρώμικα;”
“Ακριβώς και εγώ να κρατάω σημειώσεις. Έλα πες ναι, σε παρακαλώ! Μόνο εσένα δεν ντρέπομαι για να ζητήσω κάτι τέτοιο.”
“Πρώτον, γιατί δεν ρωτάς τον μαλάκα; Μουγκός είναι αυτός την ώρα που το κάνετε; Και δεύτερον, πως είσαι τόσο σίγουρη ότι εγώ μιλάω βρώμικα στο κρεβάτι;”
“Ο Νίκος είναι ευγενικός, όχι μουγκός. Και εσύ μιλάς βρώμικα γενικότερα, αποκλείεται να μην μιλάς βρώμικα στο κρεβάτι!”
“Και εδώ αγαπητή κάνεις το πρώτο λάθος. Το να μιλάς βρώμικα στο κρεβάτι δεν είναι αγενές, αλλά ερωτογενές! Και αν δεν το καταλάβεις αυτό, τότε σίγουρα αυτό που θα γράψεις, θα είναι μια τεράστια πατάτα.”
“Πείσε με λοιπόν”, είπε και άνοιξε το τετράδιο που τόση ώρα είχε μπροστά της και που εκείνος δεν είχε προσέξει.
“Αφού το έζησα και αυτό, να παραδίδω ορολογία κρεβατιού, πλέον τα έχω ζήσει όλα! Λοιπόν για να δούμε. Ρώτα εσύ τι ακριβώς θες, μην σε φρικάρω.”
“Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Το αντρικό μόριο.”
“Συγνώμη έτσι το αποκαλείς; Και τι λες; Αγάπη μου το μόριο σου είναι τεράστιο; ”
“Κόφτο ρε! Δεν το αποκαλώ καθόλου. Κάνω πράγματα με αυτό, αλλά δεν του μιλάω σε πρώτο πρόσωπο. Ας πούμε πως η ηρωίδα το χαϊδεύει. Αρχικά σκέφτηκα να γράψω, άπλωσε τα δάχτυλα της και με ένα χάδι τον ένιωσε να σκληραίνει κάτω από το άγγιγμα της. Πώς σου φαίνεται;”
“Δεν είναι κακό, αλλά πολύ “γυναικείο”. Αν η επιτροπή έχει άντρες, τότε δεν νομίζω να είναι αυτό που θα περίμεναν να διαβάσουν.”
“Ωραία διόρθωσε το…”
“Ρε Άννα, εγώ δεν το έχω με τις λέξεις όπως εσύ. Φτιάξε μια καινούρια πρόταση, που να εμπεριέχει την λέξη πούτσος και θα είσαι εντάξει.”
“Άρχισαν τα δύσκολα. Μα είναι λέξη αυτή;”
“Ωραιότατη και σου γεμίζει και το στόμα, όχι μόνο όταν τη λες.”
“Γιώργο! Μα χάδι, άγγιγμα και π… στην ίδια πρόταση;”
“Πες την ρε Άννα. Σιγά τα αυγά. Αν δεν μπορείς να την πεις, πως θα την γράψεις;”
“….”
“Αν δεν την πεις, έφυγα. Δεν κάνουμε δουλειά έτσι. Τις κουμπάρες παίζουμε μου φαίνεται!”
“Θα την πω μωρέ! Πούτσος! Ευχαριστημένος;”
“Άλλος θα ευχαριστηθεί, αν την ώρα που τον χαϊδεύεις, του ψιθυρίσεις στο αυτί, μωρό μου με τρελαίνει ο πούτσος σου!”
“Μάλιστα…. άρα να υποθέσω πως τους όρχεις, όπου τους αναφέρω, πρέπει να γράφω…”
“¨Έλεος ρε Άννα, επιστημονικό κείμενο θα γράψεις; Άκου όρχεις. Αρχίδια! Κοπελιά, αν δεν ήξερα από τον Βασίλη στη σχολή ότι ήσουν καλή στο κρεβάτι, θα πίστευα πως έχεις μαύρα μεσάνυχτα.”
“Στην πράξη σου είπα δεν έχω θέμα. Με την λεκτική ενορχήστρωση αυτής τα βρίσκω μπαστούνια. Και συγνώμη τέτοια συζητάγατε με τον Βασίλη; Σαν δε ντρέπεστε!”
“Καλά εσύ τι νομίζεις πως συζητάνε οι άντρες μεταξύ τους; Για την τελευταία τάση της μόδας; Όσο για τον διαχωρισμό που κάνεις, προσωπικά μου είναι αδιανόητο να υπάρξει πράξη, χωρίς το κατάλληλο λεκτικό “ντύσιμο”. Στο σεξ συμμετέχουν και οι πέντε αισθήσεις ρε Άννα και εσύ όπως μας τα λες, την ακοή την έχεις ξεχασμένη σε ένα ντουλάπι. Περί ορέξεως βέβαια κολοκυθόπιτα… Ωραία, ξεκίνα να περιγράφεις και θα διορθώνω.”
“Κάτσε να σου διαβάσω, άπλωσε τα δάχτυλα της και με ένα χάδι ένιωσε τον πούτσο του να σκληραίνει κάτω από το άγγιγμα της. Το πόσο την έφτιαχνε αυτή η αλληλεπίδραση τρόμαζε και την ίδια.”
“Αντικαθιστάς το έφτιαχνε, με το καύλωνε και προχωράς παρακάτω.”
“Το πόσο την “καύλωνε” λοιπόν αυτή η αλληλεπίδραση τρόμαζε και την ίδια. Χωρίς δεύτερη σκέψη ξεκούμπωσε το παντελόνι του και έσκυψε ανάμεσα στα πόδια του. Τα μάτια του την κοιτούσαν με έκπληξη και αδημονία. Η ίδια ήξερε πως το δυνατό της χαρτί ήταν ο στοματικός έρωτας και σύντομα θα το μάθαινε και εκείνος…”
” Να παίρνει πίπες,όχι ο στοματικός έρωτας. Παρακάτω.”
“Με αργές κινήσεις άρχισε να ακουμπάει την άκρη της γλώσσας της περιμετρικά γύρω από τους όρχεις του…”
“Αρχίδια, τα είπαμε. Παρακάτω.”
“Και εκείνα ζάρωσαν στο ανεπαίσθητο άγγιγμα της. Της έπιασε το κεφάλι, αλλά εκείνη ελευθερώθηκε αμέσως. Τον κοίταξε με νόημα σαν να του έλεγε πως εκείνη θα όριζε τον ρυθμό και αυτόν τον άναβε. Σόρρυ, είπαμε καύλωνε, ακόμα περισσότερο. Με το ένα της χέρι σκούπισε την μικρή σταγονίτσα σπέρματος που έλαμπε μέσα στο σκοτάδι ιχνηλατώντας την μικρή τρυπούλα.”
“Σπέρματος….χμμμμ άστο εκεί έτσι, αλλά αν το έχεις και παρακάτω, να ξέρεις θα φάει σουτ και αυτό.”
“Ένας αναστεναγμός…”
“Βογκητό. Παρακάτω.”
“Ένα βογκητό βγήκε από τα χείλη του και εκείνη ικανοποιημένη άρχισε να γλύφει αργά το κεφαλάκι. Ήξερε πως όσο καθυστερούσε, τόσο εκείνος τρελαινόταν και το εκμεταλλευόταν. “Μωρό μου με πεθαίνεις” τον άκουσε να λέει και χαμογέλασε με αυταρέσκεια.”
“Θα μπορούσε να της πεις θα πεθάνω από την καύλα, αλλά εδώ ίσως να ήταν πλεονασμός. Πάμε παρακάτω και το ξαναβλέπουμε αργότερα το σημείο αυτό.”
“Με το ένα της χέρι χάιδευε τους όρχεις, σόρρυ τα αρχίδια του, και με μια αποφασιστική κίνηση βύθισε όλο του το πέος, σόρρυ πούτσο, μέσα στο ζεστό και υγρό στόμα της, μέχρι να ακουμπήσει το κεφαλάκι στο πίσω μέρος του φάρυγγα της.”
“Στοπ. Διάλειμμα για τσιγάρο.”
“Πως σου φαίνεται; Μέχρι εδώ πλησιάζει καθόλου τον όρο άσεμνο;” είπε και άναψε και εκείνη ένα τσιγάρο προβληματισμένη ξανακοιτώντας τις σημειώσεις της. Ο Γιώργος όμως δεν την παρακολουθούσε, κάτι σκεφτόταν αφηρημένος ,κοιτώντας τον νυχτερινό ουρανό.
“Άννα γιατί εμείς οι δύο δεν πηδηχτήκαμε ποτέ;” ρώτησε μετά από λίγη ώρα και εκείνη κόντεψε να πνιγεί με τον καπνό.
“Δεν ξέρω ρε Γιώργο, πάντα κάποιος από τους δύο μας ήταν σε σχέση. Είμαστε και φίλοι και μάλλον δεν θέλαμε να το χαλάσουμε”, απάντησε μόλις βρήκε την ψυχραιμία της.
“Φοβάμαι πως μόλις το χάλασες.”
“Έλα ρε συ Γιώργο. Συγνώμη που σε έφερα σε δύσκολη θέση. Ξέχνα το, δεν το γράφω”, είπε και έκλεισε το τετράδιο στεναχωρημένη.
“Αυτό κατάλαβες εσύ; Ότι με έφερες σε δύσκολη θέση; Τι με ρώτησες; Αν πλησιάζει τον όρο άσεμνο; Αν είναι καλό;” διαμαρτυρήθηκε και αρπάζοντας το χέρι της, το κατέβασε στο καβάλο του παντελονιού του. Έκπληκτη η Άννα κατάλαβε τι εννοούσε και κοκκίνισε. “Σχεδόν πάντα το ήθελα, αλλά δεν ξέρω γιατί ποτέ δεν το επιχείρησα. Τώρα όμως είναι πάνω από τις δυνάμεις μου. Να σε έχω απέναντι και να μου διαβάζεις αυτά που μου διαβάζεις. Ε δεν είμαι και άγιος! Αναρωτιέμαι αν είσαι τόσο καλή, όσο η ηρωίδα σου σε αυτό που περιγράφεις.”
“Γιώργο δεν πρέπει. Η Ζωή, ο Νίκος…”
“Ποιος τους γαμάει….” είπε με αποφασιστικότητα και έβαλε το ελεύθερο χέρι του κάτω από τη φούστα της. Η αλήθεια είναι πως και από το μυαλό της Άννας είχε περάσει στο παρελθόν, αλλά σαν μια απλή αθώα φαντασίωση. Έπρεπε να το περιμένει πως ίσως αυτό που του ζητούσε να κατέληγε στο κρεβάτι ή μήπως το περίμενε και βαθιά μέσα της αυτό επιδίωκε; Το ένα του δάχτυλο παραμέρισε το εσώρουχο της και βυθίστηκε μέσα της. Πλέον ήταν αργά, το σώμα της θα την πρόδιδε ότι και αν έλεγε για να τον σταματήσει.
“Ω Αννούλα το υγρό σου μουνάκι, αλλά λέει”, της ψιθύρισε λάγνα στο αυτί και εκείνη κατάλαβε τι εννοούσε νωρίτερα, όταν έλεγε πως κάποιες λέξεις την σωστή στιγμή δεν είναι άπρεπες, αλλά αφροδισιακές. Πριν προλάβει να πει κουβέντα, η γλώσσα του ήταν ήδη μέσα στο στόμα της και τα χέρια του κατέβαζαν με μανία το σλιπ της.
“Μη …” προσπάθησε να ψελλίσει τη στιγμή που εκείνος ξεκολλούσε το στόμα του από το δικό της.
“Χαλάρωσε μωρό μου και άσε με να σου δείξω αυτό που ζήτησες, στην πράξη και όχι στην θεωρία”, είπε και έσκυψε ανάμεσα στα πόδια της. Με το ένα του χέρι την κρατούσε ακίνητη στην καρέκλα, ενώ το άλλο συνέχιζε το ανελέητο μπες βγες. Τη στιγμή που η γλώσσα του ακούμπησε την κλειτορίδα της χιλιάδες βολτ διαπέρασαν την ραχοκοκκαλιά της και ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της. Όταν το δάχτυλο αντικαταστάθηκε από την γλώσσα του ένιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της. Εκείνη τη στιγμή δεν ήταν ο Γιώργος ο φίλος της ήταν κάτι άλλο, κάτι καινούριο. Ανάμεσα στα βογκητά της και λίγο πριν τελειώσει στο στόμα του τον άκουσε να της λέει αυταρχικά.”Πες το!!!!” και εκείνη δεν το είπε. Το ούρλιαξε εκστασιασμένη “Χύνω…!” και σωριάστηκε με μισόκλειστα μάτια στην καρέκλα.

Σηκωτή την μετέφερε στην κρεβατοκάμαρα και με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις της έβγαλε τα υπόλοιπα ρούχα. Γδύθηκε και εκείνος και ξάπλωσε δίπλα της ξεκινώντας να την χαϊδεύει τρυφερά. Η γλυκιά μέθη του οργασμού είχε ήδη αρχίσει να την εγκαταλείπει και τα χάδια του ξυπνούσαν και πάλι την λίμπιντο της. Σχεδόν αντανακλαστικά, μέσα στο ημίφως του δωματίου, με το χέρι της άρχισε να τον αναζητά και όταν τον ένιωσε στην παλάμη της σκληρό και έτοιμο, ήξερε πλέον από πρώτο χέρι, πως τα όρια υπάρχουν για να μπορείς να γεύεσαι αυτή την γλυκιά ενοχή του να τα σπας. Προς έκπληξη της εκείνος ξαφνικά τραβήχτηκε από το άγγιγμα της και με ένα προβληματισμένο ύφος την κοίταξε στα μάτια. Σαν να δίσταζε. Σαν να συνειδητοποιούσε εκείνο το δευτερόλεπτο πως αν προχωρούσαν, τίποτα δεν θα μπορούσε μετά να είναι ίδιο. Και εκείνος ο δισταγμός του ήταν που της επιβεβαίωσε, πως δεν υπήρχε περίπτωση να τον αφήσει να κάνει πίσω τώρα. Αποφασιστικά τον τράβηξε κοντά της και του έδωσε ένα φιλί γεμάτο υποσχέσεις. Σχεδόν ξέπνοα και επιστρατεύοντας όλο της το θάρρος, ντοπαρισμένη από τον πόθο, του ψιθύρισε στο αυτί “θέλω να νιώσω τον σκληρό σου πούτσο μέσα μου, τώρα!” και πριν προλάβει να τελειώσει καλά καλά την φράση της, εκείνος είχε πετάξει από το ανοιχτό παράθυρο κάθε δεύτερη σκέψη, ανοίγοντας τα πόδια της και μπαίνοντας μέσα της με ορμή.
Μισή ώρα μετά, ξαπλωμένοι στα ιδρωμένα σεντόνια, εξαντλημένοι, κάπνιζαν σιωπηλά ένα τσιγάρο εξ αδιαιρέτου, κοιτώντας το ταβάνι του δωματίου.
“Άννα δεν έχεις παράπονο. Οπτικοακουστικό το μάθημα σήμερα”, είπε και έσβησε το τσιγάρο στο τασάκι δίπλα στο κομοδίνο.
“Κανένα παράπονο”, απάντησε εκείνη μελαγχολικά
“Έλα μην κατσουφιάζεις! Ξεφτέρι σε έκανα. Εύκολα θα γράψεις την ιστορία σου μετά από αυτό”, είπε και την έσφιξε στην αγκαλιά του.
“Ποιος την χέζει την ιστορία τώρα”, του πέταξε λάγνα και με μικρά φιλιά άρχισε να χαράζει διαδρομή από το στέρνο του και προς τα κάτω.

 

ΝΕΜΕΣΙΣ