Η Χιονάτη έκανε ν’ ακουμπήσει τον ώμο της Κακιάς Μητριάς, αλλά εκείνη τινάχτηκε σαν να την χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. “Πρέπει να σταματήσει αυτό!” είπε και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Στάθηκε γυμνή στον καθρέφτη της, και σαν να απευθυνόταν σε εκείνον αναφώνησε “ Όλο αυτό είναι λάθος, είναι τόσο λάθος!”

Η γυμνή κοπέλα στο κρεβάτι τέντωσε τα κατάλευκα της χέρια, χασμουρήθηκε και έκανε μία γκριμάτσα βαρεμάρας. “Άντε πάλι τα ίδια. Τα έχουμε πει χίλιες φορές, τι δεν καταλαβαίνεις; Είμαι ενήλικη και πρόθυμη, το ίδιο και συ. Ο γέρος λείπει 11 μήνες το χρόνο σε περιοδείες ανά το βασίλειο ΜΗ ΧΕΣΩ, σε γουστάρω – το ίδιο και συ εμένα, τι πρέπει να γίνει δηλαδή, εσύ να γίνεις καλόγρια και γω να περιμένω τον Πρίγκιπα στο άσπρο άλογο; ”  Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την γυναίκα που στεκόταν με κατεβασμένο το κεφάλι, λίγα μέτρα πιο πέρα. Στο λάγνο φως των κεριών, η σιλουέτα της περιγραφόταν εξαίσια. Ψηλή, λεπτή, επιβλητική. Η Χιονάτη έγλειψε τα χείλια της σα γάτα που λιμπιζόταν το θήραμα της. Στάθηκε πίσω της. Λίγο πιο κοντή, πολύ πιο χυμώδης, 10 χρόνια νεότερη αλλά πολύ πιο έμπειρη από την γυναίκα που είχε παντρευτεί τον ηλικιωμένο πατέρα της λίγα χρόνια πριν.
– Είναι λάθος… επέμεινε η Μητριά, πριν υποκύψει για άλλη μια φορά στα χάδια της Χιονάτης, κάτω από το βλέμμα του υπερόπτη, αυστηρού Καθρέφτη της.

—————-

– Φήμες λένε πως είσαι ο πιο ικανός εραστής σε όλο το βασίλειο.
– Στις διαταγές σου, Βασίλισσα μου, είπε ο Κυνηγός και την κοίταξε όλο νόημα.
– Όχι για μένα ηλίθιε! Δε σε θέλω για μένα! Για τη Χιονάτη σε θέλω!
Ο κυνηγός απόρησε αλλά υπάκουσε στο σχέδιο που του υπαγόρευσε η Βασίλισσα, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια της να απεμπλακεί από την σχέση της με την κόρη του άντρα της. Μια άνομη, μιαρή σχέση που ήξερε πως έβαζε σε κίνδυνο τη θέση της στο βασίλειο. Ο Βασιλιάς αν και ήταν ενήμερος για τις ερωτικές σχέσεις της κόρης του με φιλήδονες υπηρέτριες του παλατιού, σίγουρα δεν θα ενέκρινε να μοιράζεται μαζί της, την ίδια την γυναίκα του.

Το ίδιο κιόλας βράδυ, ο κυνηγός πλησίασε την Χιονάτη και της ζήτησε να τον ακολουθήσει στο δάσος. Διαταγή της Βασίλισσας, της δήλωσε αυστηρά. Η Χιονάτη δέχτηκε, σκέφτηκε πως ίσως επιτέλους έξω από το παλάτι, η ερωμένη της νιώσει πιο ελεύθερα και αφεθεί χωρίς ενδοιασμούς στο πάθος τους. Ήταν σίγουρη πως αργά ή γρήγορα η Κακιά Μητριά θα την ερωτευόταν με τόσο πάθος που θα συναινούσε στο σχέδιο της Χιονάτης να βγάλουν από τη μέση τον γέρο Βασιλιά και να κυβερνήσουν μόνες τους. Για λίγο. Επειδή η Χιονάτη φιλοδοξούσε να μείνει μόνη της στο παλάτι. Απόλυτη μονάρχης. Ένα ένα τα βήματα, σκέφτηκε και ακολούθησε τον κυνηγό.

Δεν τρόμαξε καθώς βγήκαν από το μονοπάτι και άρχισαν να περπατάνε μέσα στη νύχτα. Η Χιονάτη ήξερε το δάσος σαν την παλάμη της. Τι κι αν το φεγγάρι ήταν στη χάση του, τι κι αν ούτε ένα αστέρι δεν φώτιζε απόψε τον ουρανό. Το φως από τα φανάρια που κρατούσαν, έφτανε μετά βίας να φωτίσει τα βήματα τους – μα η Χιονάτη αναγνώριζε τις σκιές των δέντρων που προσπερνούσαν, και χαμογελούσε αναριγώντας, στη θύμηση. Στην οξιά είχε βρεθεί με την Σταχτοπούτα, κάτω από το κυπαρίσσι είχε πάρει την Άριελ, η βελανιδιά είχε γίνει μάρτυρας του πάθους της με την Ωραία Κοιμωμένη. Περίμενε πως από ώρα σε ώρα, σε κάποια στροφή του μονοπατιού, θα ξεπρόβαλλε η Βασίλισσα, γυμνή – έτοιμη. Έτσι όπως την επιθυμούσε. Έτσι όπως έπρεπε να γίνει, βάση του σχεδίου της…

Μα τότε, το αναπάντεχο. Ο κυνηγός σταμάτησε απότομα, την άρπαξε από τους καρπούς και την κόλλησε σε μια καστανιά, “μα τι κάνεις;” πρόλαβε να ψιθυρίσει πριν νιώσει τη γλώσσα του στον ουρανίσκο της. Η Χιονάτη ένιωσε ναυτία, δοκίμασε ν’ αντισταθεί μα η γλώσσα του κυνηγού ακούμπησε σχεδόν στον φάρυγγα της κόβοντας της την αναπνοή.

– Νιώσε με, μωρό μου είπε αφήνοντας την να πάρει μια σύντομη ανάσα και την ανάγκασε να τον αγγίξει μέσα από το παντελόνι.

“Δεν το ζω αυτό, δε μου συμβαίνει” ένιωσε η Χιονάτη τον πανικό να της μουδιάζει το κρανίο. Για λίγο. Για πολύ λίγο. Μέχρι που ψέλλισε ο κυνηγός όλες τις λάθος λέξεις…

– Άσε με να σε κάνω γυναίκα! Θα γουστάρεις! Η Βασίλισσα μου είπε πως είσαι πρόθυμη να μάθεις, θα σου δείξω όλα τα κόλπα.

Λίγα δευτερόλεπτα κράτησε ο πανικός και η έκπληξη της νέας κοπέλας. Λίγα μόνο δευτερόλεπτα πριν η οργή κλοτσήσει τον μικρό εκείνο διακόπτη στο μυαλό της. Λίγο πριν τη συνειδητοποίηση της προδοσίας. Λίγο πριν το απόλυτο σκοτάδι μέσα στη νύχτα, γίνει ΚΟΚΚΙΝΟ στα μάτια της κατάλευκης πριγκίπισσας Χιονάτης. “Ω! Πήγατε να παίξετε με τη λάθος ηρωίδα παραμυθιού, μωρά μου…” άκουσε την φωνή μέσα στο κεφαλάκι της να γρυλίζει…

Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της στον κυνηγό.

– Μη με πονέσεις! Τον παρακάλεσε αθώα και δέχτηκε στωικά τα φιλιά του όσο οι σπίθες του μίσους φούντωναν στην καρδιά της.

Ο κυνηγός κολακευμένος που η νεαρή πριγκίπισσα υποτάχθηκε τόσο εύκολα στις ορέξεις του, γλέντησε το κορμί της για λίγα λεπτά, τόσο όσο χρειαζόταν η Χιονάτη για να τον μεθύσει από πόθο και να μπορέσει να τον σπρώξει ελαφρά ώστε να ξαπλώσει ανάσκελα και να της επιτρέψει να πάρει τον έλεγχο. Και όταν εκείνος με ύφος νικητή σταύρωσε τα χέρια πίσω από το κεφάλι, περιμένοντας να τελειώσει στο στόμα της, εκείνη σήκωσε προς στιγμή το κεφάλι, τον κάρφωσε στα μάτια και ψιθύρισε “ Η πριγκίπισσα Χιονάτη δε θα χρειαστεί άλλο τις υπηρεσίες σου” ξαναχαμήλωσε το κεφάλι της, τον άρπαξε ανάμεσα στα δόντια της ΚΑΙ ΔΆΓΚΩΣΕ δυνατά. Το ουρλιαχτό του έσκισε τη νύχτα, η Χιονάτη έφτυσε τη σάρκα του και πριν ακόμα σβήσει η κραυγή του, πριν ακόμα ο εγκέφαλος του πάρει σήμα πως έχασε ένα μέλος, εκείνη βύθισε τα νύχια της στα γουρλωμένα από τον πόνο μάτια του.

Ούρλιαζε σα λύκος μα δεν έβλεπε, σερνόταν στο χώμα σα σκουλήκι τυφλός, αιμορραγώντας. Η Χιονάτη χάιδεψε μια μεγάλη μυτερή πέτρα και νιώθοντας ακόμα τη γεύση του στο στόμα της, κατέβασε την πέτρα με δύναμη στο κεφάλι του. Εκείνος σπαρτάρησε για λίγο κατάχαμα. Η δεύτερη φορά τον άφησε λιπόθυμο, η τρίτη του έλιωσε το κρανίο.

Η νέα κοπέλα ξέπνοη, ανακάθισε ενώ μια φωνή που δεν έμοιαζε με τη φωνή της ξεχύθηκε από τα σωθικά της “ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΠΑΙΖΕΙ ΕΤΣΙ ΜΕ ΤΗ ΧΙΟΝΑΤΗ.” Έμεινε να τρέμει από ένταση, δίπλα στο πτώμα, για λίγη ώρα. Μετά σηκώθηκε, έστρωσε το ύφασμα του φορέματος της και σκούπισε με την ανάποδη του χεριού της το στόμα της. Το αίμα του κυνηγού απλώθηκε στα μάγουλα της. Χτένισε όπως όπως τα μαλλιά της, σήκωσε το κεφάλι της, τέντωσε το κορμί της και πήρε το δρόμο της επιστροφής.

“Έρχομαι Βασίλισσα μου. Έρχομαι. ΓΙΑ ΣΕΝΑ”.

 

 Friend From the Village. You don’t know her