Η μουσική του παλιού εκκλησιαστικού οργάνου αντηχεί βαθιά μέσα στους παλιούς πέτρινους τοίχους του αρχαίου πέτρινου κάστρου. Οι νότες διαδέχονται η μία την άλλη σε άριστη αρμονία που νομίζει κανείς ότι το κάστρο είναι ζωντανό και αυτό που ακούγεται δεν είναι άλλο από το ρυθμικό χτύπο της καρδιάς του. Η σκόνη αναδύεται από την ένταση της μουσικής δημιουργώντας μικρές δίνες στο μέσο της κεντρικής σάλας, ξεχασμένα και ξεσκισμένα κόκκινα πανιά κρέμονται και ανεμίζουν από τον άνεμο πάνω στα μεσαιωνικά του παράθυρα που μαζί με την μυστηριώδη μουσική έχει συγχρονιστεί και εκείνος ως άλλο μουσικό όργανο δίνοντας την αίσθηση ότι ακόμη και η φύση συμμετέχει σε αυτό το μουσικό όργιο που μοιάζει με παρακαλετό ή μήπως τελικά είναι στεναγμός; Μα ναι , ένας στεναγμός, μία ικεσία, μία παράκληση ίσως για λίγο καλό, για να σταματήσει το αιματοκύλισμα, για να σταματήσει η βρωμιά, η λαγνεία και η θηριωδία του κόσμου.

Μέσα στην κεντρική αίθουσα χορού, εκεί που οι πέτρινες πλάκες έχουν γυαλιστεί από την πολυκαιρία, εκεί που το κερί από τις δάδες έχει γίνει βουνό που φτάνει τους ψηλούς του θόλους που μοιάζουν να αγγίζουν το επουράνιο Βασίλειο, υπάρχει το φως και το σκοτάδι. Δυο πλάσματα πανέμορφα και συνάμα απωθητικά. Κάθε βράδυ συναντώνται για να χορέψουν ακροβατώντας πάνω σε ένα ματωμένο σχοινί. Το ματωμένο σχοινί των αθώων ψυχών. Όσο πιο πολύ αίμα αθώων έχει χυθεί τόσο πιο πολύ χαλαρώνει η πλευρά του φωτός.
Και τότε;

Τότε το φως, μία αψεγάδιαστη, διαυγής, φωτεινή και ολόλευκη τέλεια σφαίρα, κυλάει αργά πάνω στο ματωμένο σχοινί. Τείνει να αγκαλιάσει το σκότος. Πριν να το κάνει όμως , σαν εραστές που βασανίζονται, περνάει μέσα από την κόκκινη δεξαμενή. Βυθίζεται αργά, η μουσική τότε είναι πιο αργή, πιο υπομονετική. Το κόκκινο πηχτό αίμα των αθώων ψυχών περιλούζει την φωτεινή σφαίρα, τη ματώνει, την πνίγει αργά και βασανιστικά μέχρι να βυθιστεί εκεί μέσα ολόκληρη και έτσι το σκότος να κερδίσει το χορό αυτό.

Η μουσική σταματά απότομα, ο χορός τελειώνει και το τέρας που θα αποδώσει τη δικαιοσύνη ξυπνά από την αιώνια λήθη του. Η μουσική είναι το μυστικό. Η μουσική πρέπει πάντα να παίζει, γιατί το ξύπνημα είναι η εσχάτη λύση, όμως πια είναι πολύ αργά. Η φωτεινή λευκή σφαίρα κείτεται μέσα στη δεξαμενή ματωμένη και σβηστή. Η αρμονία στη φύση έχει χαθεί και το σχοινί έχει όλο βυθιστεί. Το σκότος έχει πνίξει τον κόσμο και η χαρά, η ελπίδα και η αίσθηση δικαίου έχουν όλα χαθεί μέσα σε μία απέραντη μαύρη κολλώδης τρύπα. Την τρύπα του σκότους. Το τέρας ξυπνά και αναδύεται με ορμή και πόνο σα μωρό που σκίζει τον υμένα της μητρός του, γιατί η τάξη και η αρμονία πρέπει να αποκατασταθούν.

Μέσα στην απεραντοσύνη του σκότους, το μόνο που γυαλίζει είναι το καλοακονισμένο αδαμάντινο ξίφος του. Κοιτάζει το χάος που έχει προκληθεί, και ζυγιάζει τη συμφορά. Πόσες ψυχές πρέπει να δρέψει για να αγαλλιάσουν οι ματωμένες ψυχές; Το κεφάλι του είναι σκυφτό. Δεν του αρέσει. Όμως ο υπέρτατος Κριτής, αυτή τη δουλειά του έχει αναθέσει. Σα ξυπνά από τον αιώνιο λήθαργό του, να αποδίδει δικαιοσύνη και να οδηγεί τις βασανισμένες ψυχές στη λύτρωση κοντά Του ενώ τις μαρκαρισμένες να τις σέρνει στο καθαρτήριο εκεί όπου θα εκτίσουν την ποινή τους αιώνια και αδιάκοπα. Αυτός δεν είναι εκεί για να κρίνει, ούτε για να αποφασίσει το σωστό και το λάθος. Αυτός πρέπει να κάνει τη δουλειά. Έτσι στέκεται καταμεσής της αίθουσας, οι μαύροι βόστρυχοι των μαλλιών του στάζουν πάνω στην πέτρινη γυαλιστερή επιφάνειας της αίθουσας χορού αίμα και βρωμιά. Η ατσάλινη πανοπλία του έχει αρχίσει να στραγγίζει και εκείνος σε λίγο θα είναι πανέτοιμος για μία ακόμη φορά να εκτελέσει το χρέος του.
Η απόφαση πάρθηκε και οι υπολογισμοί τελειώσανε. Έπεσε στα γόνατα, ανύψωσε τα πύρινα χέρια του προς τον Ουράνιο Πατέρα σε μορφή προσευχής και εκτινάχθηκε σα βέλος προς όλες τις κατευθύνσεις του σύμπαντος. Όποια ψυχή ήταν μαρκαρισμένη με αίμα αθώου την έδρεπε με τη βία. Μπορεί να πέρασαν ώρες, μέρες, χρόνια όταν επιτέλους το αιματοβαμμένο θηρίο επέστρεψε στο κάστρο.

Η μουσική ακούγεται ξανά στο βάθος. Ο σκοπός είναι ζωηρός, νικητήριος και ζωώδης. Το τέρας, βυθίζεται μέσα στη δεξαμενή και κλείνει τα μάτια του αργά, πέφτοντας ξανά στον αιώνιο ύπνο του. Θα περιμένει στωικά μέχρι την επόμενη φορά που οι υπηρεσίες του θα εξυπηρετήσουν τον κόσμο και την κάθαρση αυτού. Πρέπει να το καταλάβεις όμως, ότι δεν το θέλει, ουδέποτε το θέλησε ποτέ. Αλλά αυτή ήταν η τιμωρία του και συνάμα η κάθαρσή του. Να βυθίζεται στον αιώνιο ύπνο και να προσεύχεται αδιάκοπα ώστε να μην χρειαστεί να ξυπνήσει ποτέ ξανά.
Γιατί αν κάτι από όλα δεν αντέχει είναι ένα, να βλέπει την αγαπημένη του βυθισμένη μέσα σε ένα πηχτό αιμάτινο λουτρό νικημένη και παρμένη από τον αντίζηλό του.

Κάποτε ήταν όλοι εραστές. Και σαν εραστές το Σκότος και το Δίκαιο διεκδικούσαν με κάθε μέσο την Αγάπη. Το πύρινο υπόλευκο φως της τους μαγνήτιζε και τους τρέλαινε σε σημείο να παλεύουν μεταξύ τους μέχρι θανάτου. Η τρέλα τους ήταν τόσο μεγάλη για την κόρη αυτή που κάποια στιγμή αποφασίσανε να μονομαχήσουν για να την κερδίσουν πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί. Κάτω από αυτό το μόνο που θα υπήρχε θα ήταν μία τεράστια δεξαμενή με μικρά παιδιά. Η κόρη τα έβαλε εκεί επίτηδες γιατί ήλπιζε ότι δε θα χαράμιζαν ποτέ αθώες παιδικές ψυχές για την τρέλα τους αυτή. Όμως οι δύο εραστές μέσα στην απίστευτη μανία τους θολωμένοι από την φωτεινότητα της ψυχής της κόρης δεν υπολόγισαν τίποτα μπρος στο να σκοτώσει ο ένας τον άλλο και να κερδίσει την Αγάπη. Όταν κάποια στιγμή το αίμα είχε φτάσει ως το λαιμό τους, συνειδητοποίησαν με φρίκη το χαμό που είχαν προκαλέσει. Τότε σαν για πρώτη φορά κοιτάχτηκαν οι τρεις τους με απέραντή λύπη, απελπισία και οδύνη για το χαμό που είχαν σπείρει και αποφάσισαν ποτέ ξανά να μη ανταμώσουνε μαζί.

Από τότε η μουσική του μαγικού αρχαίου εκκλησιαστικού οργάνου τους κρατάει μακριά τον έναν από τον άλλο, έχοντας πάντα το ματωμένο σχοινί ανάμεσα στο Σκότος , το Δίκαιο και την Αγάπη να τους χωρίζει και να τους ενώνει για πάντα μέσα στους αιώνες των αιώνων.