Όποτε καθόταν στη θέση του οδηγού, ήθελε πάντα ο ήλιος να του τσούζει τα μάτια. Να του θυμίζει γιατί πρέπει να τα προσέχει, να μην τα ταλαιπωρεί και να μην τα κοκκινίζει. Και σαν αντάλλαγμα, του χάρισε δύο γυάλινους φακούς, μόνιμοι συνοδοιπόροι στην πληγωμένη του όραση.


Το ταξίδι του γεμάτο στροφές. Η μηχανή να μουγκρίζει σαν λυσσασμένο άλογο, το τιμόνι να του φεύγει από τα χέρια – όπως του έφευγαν κι οι ευκαιρίες που θα του χάριζαν μία κανονική ζωή. Κάθε στροφή κι από ένα πρόσωπο. Τον καλούσε να του πει ένα μυστικό, να του ψιθυρίσει λόγια γεμάτα υπόσχεση.
Πρόκες διασκορπισμένες στον δρόμο του έσκασαν το πρώτο λάστιχο. Πρώτο πρόσωπο, πρώτο στραβοπάτημα. Πίσω από σοκάκια, ματιές που έβγαζαν σπίθες, πίσω από θρανία, χαρτάκια που αντάλλαζαν ποιήματα, πίσω από χαρτομάντηλα, δάκρυα για έναν αναίτιο χωρισμό. Και το αμάξι να γδέρνει την άσφαλτο, με το ένα λάστιχο τρύπιο αλλά χωρίς να θέλει να σταματήσει.
Δεύτερη στροφή, δεύτερο πρόσωπο. Μελαχρινές μπούκλες να κρύβουν σαν κουρτίνες ένα πρόσωπο – παράθυρο. Δύο καταγάλανα μάτια που ντρέπονταν να τον κοιτάξουν, να του πουν λόγια που λαχταρούσε να ακούσει, να του δώσουν φιλιά που δεν τολμούσε να ζητήσει. Οι μπούκλες ξέφτισαν, τα μαλλιά αραίωσαν και το πρόσωπο μαράζωσε. Πάνω σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου έκλαψε για την απώλειά του και κανείς δεν ήταν εκεί να του σκουπίσει τα δάκρυα από τα βρώμικα γυαλιά του.
Τρίτη στροφή, τρίτο πρόσωπο. Τα λάστιχα να στριγγλίζουν περισσότερο, ο άξονας να γέρνει προς το σκασμένο και το τιμόνι να γίνεται ασήκωτο. Εκεί τα έδωσε όλα. Τρέλα, θλίψη, εκδίκηση, οργή. Τέσσερα συναισθήματα γένους θηλυκού, φορτωμένα τόσο καιρό και χωρίς ξέσπασμα, σάρωσαν τα πάντα στο πέρασμά τους. Εκείνος δεν κοιτούσε πίσω του, έσπασε τα γυαλιά του και αρνήθηκε να φορέσει καινούργια. Θολό τοπίο, θολοί άνθρωποι, θολό μέλλον. Ας είναι.
Τέταρτη στροφή, κανένα πρόσωπο. Σκάει και το πίσω λάστιχο και πλέον το αμάξι αρνείται να ακολουθήσει τους νόμους της φυσικής. Οι στροφές πληθαίνουν, κάθεται πάνω σε ένα κινούμενο φέρετρο που μόνο στο τέλος οδηγεί. Η κορυφή μοιάζει απλησίαστη παρ’ όλα αυτά κάτι τον καλεί εκεί πάνω. Μία τελευταία κραυγή ελπίδας; Μία σωσίβια λέμβος που θα τον μαζέψει από το ναυάγιο και θα τον ξαναστήσει στα πόδια του;
Η λέμβος κρύβει όμως τρύπες που δεν φαίνονται. Η ελπίδα κρύβει πισώπλατες μαχαιριές που δεν αποκαλύπτονται. Κι η κραυγή ελπίδας γίνεται κραυγή φόβου. Το πηγάδι που πέφτει δεν έχει πάτο, δεν έχει νερό, δεν έχει τέλος.
Τότε όμως θυμάται.
Θυμάται πώς ξεκίνησε, τι ονειρευόταν, τι ήλπιζε και τι σχεδίαζε.
Θυμάται ένα παιδί που κάποτε δεν φοβόταν να ανέβει στην τραμπάλα κι ας έπεφτε ματώνοντας τα γόνατά του.
Θυμάται έναν έφηβο που κοιτούσε τους νταήδες μέσα στα μάτια, προσπαθώντας να σκουπίσει την ματωμένη μύτη του.
Θυμάται έναν ενήλικα που έφτυνε τους πουλημένους κι αγκάλιαζε τους παραστρατημένους.
Θυμάται τον εαυτό του που έβλεπε τον ήλιο που του έλεγε να προσέχει τα μάτια του.
Κι όσο θυμάται ,τόσο αρπάζει το στραπατσαρισμένο του αμάξι και ξεχύνεται στους δρόμους.
Μπροστά του πλέον, μόνο κατηφόρα. Τα λάστιχα σκασμένα, στροφές δεν υπάρχουν, πρόσωπα δεν υπάρχουν, στιγμές δεν υπάρχουν, χρόνος δεν υπάρχει, ορίζοντας δεν υπάρχει.
Μόνο μία ατελείωτη, άχρονη και απότομη κατηφόρα.
Κι αυτός γελάει σαν μανιακός πατώντας τα φρένα.
Μόνο που κι αυτά… είναι χαλασμένα.
Κι όλο γελάει…
Κι όλο πέφτει…

«Εσύ είσαι ο μόνος που μπορεί να σε σώσει, να δώσει ένα τέρμα σε αυτήν την καταραμένη πτώση».
TXC – Η πτώση