Είναι κάποιες μέρες που σε πνίγουν αυτά που νιώθεις. Που θες να φωνάξεις, να ουρλιάξεις, να χτυπήσεις, ακόμα και να σκοτώσεις κάποιον. Ναι, και αυτό ακόμα σου φαίνεται ελκυστικό.

Να βγάλεις την οργή που έχεις μέσα σου και σε κατατρώει. Και έρχεται εκείνη η μέρα που αποφασίζεις να μιλήσεις. Πρέπει να προετοιμαστείς, να ξέρεις τι θα πεις στον καθένα, είστε πολλοί, θα απευθυνθώ σε κάθε έναν σας ξεχωριστά.

Με κούρασες – ναι, εσύ, που το μόνο που ξέρεις να κάνεις είναι να προκαλείς παραπάνω πόνο στο παιδί σου. Που δεν αφουγκράζεσαι τι θέλει γιατί είσαι τόσο μικρός για να καταλάβεις και τόσο τσιγκούνης στα αισθήματα για να ανταποκριθείς. Μόνο εσύ, εγωιστή. Με κούρασες.

Με κούρασες – ναι, εσύ, που λες σαν από συνήθεια (και μόνο για να μπορέσεις μετά να πεις τα δικά σου): “Όλα είναι καλά. Μα γιατί παραπονιέσαι; Που να ‘ξερες τι έχω τραβήξει εσύ”. Ξέρω, έχεις φροντίσει πολλές φορές να μου τα πεις. Αρχίζεις να λες και συνεχίζω την πρότασή σου, και με κοιτάς παραξενεμένη – μου τα ‘χεις πει χίλιες φορές, τα έμαθα απέξω. Πήγες να αρχίσεις πάλι χτες. Σε έκοψα. Δε με νοιάζει τι πέρασες εσύ, με νοιάζει τι περνάω εγώ τώρα. Έχεις αναρωτηθεί ποτέ; Άσε με λέμε, μην μου μιλάς, με κούρασες.

Με κούρασες – ναι, εσύ, που περιμένεις πως και πως να κριτικάρεις κάθε μου κίνηση, να με κάνεις να ζήσω τη ζωή μου σύμφωνα με τα δικά σου μικρά πρέπει. Και όσες φορές σε έχω ακούσει, έχω πάει πίσω. Θα μου πεις, δεν κάνω εγώ λάθη; πως, πολλά ! Μα είναι όλα δικά μου. Εσύ όμως δεν το καταλαβαίνεις. Έφτασα να σε ρωτήσω μόλις πριν λίγες μέρες, για να διακόψω ένα παραλήρημά σου, να μου πεις τι είναι αυτό που προτείνεις λοιπόν μιας που εγώ λες ότι είμαι “άχρηστη” στις αποφάσεις μου. Όχι, δεν είχες κάτι να πεις. Τι να πεις; Αφού δεν ξέρεις και συ. Το μόνο που θες είναι να ‘σαι εκεί όταν αποτύχω. Να κουνήσεις το δάκτυλο και να πεις θριαμβευτικά, στα ‘λεγα εγώ αλλά δεν ακούς κανέναν. Κάνεις του κεφαλιού σου. Με κούρασες.

Με κούρασες – ναι εσύ, που νομίζεις ότι, επειδή σου έχω πει πέντε πράγματα, μπορείς να με πατάς κάτω με τα λόγια σου. Πώς πήρες αυτό το δικαίωμα; Από υπερβάλλοντα ζήλο; Ποιος ο λόγος να ‘σαι εκεί, ξέρεις πόσο λίγο θέλω να σε κόψω μια και έξω; Είναι εύκολο να κρίνεις απ’ τη δική σου βολή, μα δεν καταλαβαίνεις πόσο κακό κάνεις, ακόμα και αν έχεις την καλύτερη πρόθεση. Δε με βοηθάς έτσι, το ξέρεις. Με κούρασες.

Με κούρασες – ναι εσύ που φαινομενικά είσαι εκεί αλλά τελικά ποτέ είσαι, ποτέ δεν ήσουν. Που ξέρεις τι περνάω, στα έχω πει όλα. Έχω κλάψει γι’ αυτά μπροστά σου. Που μπορείς να βοηθήσεις. Και δεν το κάνεις. Θα προσπαθήσω λες. Μα δεν τα καταφέρνεις ποτέ. Τι να σου πω; Μόνο να καλύπτεις τα κενά σου, εκεί ναι, μια χαρά, τα καταφέρνεις. Με κούρασες.

Με κούρασες – ναι, ακόμα και εσύ, που δε φταις τίποτα. Που σ’ αγαπάω όσο τίποτα στον κόσμο. Με κούρασες γιατί δίνεις δικαίωμα με την ύπαρξη σου, να με περιβάλλουν άνθρωποι που δεν θέλω. Να με “ορίζουν” και να με προσδιορίζουν. Γιατί και γω προσαρμόζω τα πάντα με γνώμονα το καλό σου, ενώ θα ‘θελα να βάλω εμένα πάνω απ’ όλους. Να τους φτύσω όλους και να φύγω μακριά. Με κούρασες.

Με κούρασες – ναι, εσύ, που δείχνεις ότι πας να τα φτιάξεις όλα, να φέρεις αυτό που θα τα αλλάξει όλα. Σα να θες να με εμπαίξεις κι άλλο. Έλα σπάσε πλάκα μαζί μου, είναι μόνο η ζωή μου, αυτό. Τι προσπαθείς να κάνεις; Να δεις μέχρι που θα αντέξω; Τόσα χρόνια αναρωτιέμαι πως σε κάποιους έρχονται εύκολα και σε μένα τα κάνεις δύσκολα. Τόσα χρόνια κάνω υπομονή, τόσα χρόνια μου δίνεις το ένα μετά το άλλο. Σε διασκεδάζω φαίνεται. Με κούρασες.

Με κούρασες. Ναι, εσύ πιο πολύ απ’ όλους. Που δεν μπορείς να ξεφύγεις. Που δε μπορείς να το σταματήσεις όλο αυτό. Που αναγκάζεσαι να περάσεις πάλι από μέσα και δεν ξέρεις και αν θα βγεις ποτέ στην άλλη πλευρά. Που πρέπει να τα ισορροπήσεις όλα ενώ το μόνο που θες είναι να αρχίσεις να ουρλιάζεις, να τα πεις μια και έξω και να φύγεις για πάντα. Μα που είναι η φωνή σου; Πως θες λοιπόν να τα πεις; Δε μιλάς ε; Με κούρασες. Με κούρασα

 

Ε.Ζ