Από την εφηβεία μου, κάπου στα 14 με 15 μπήκε στη ζωή μου. Και την άλλαξε, με κάθε πιθανό τρόπο. Δύσκολο θέμα, πως να ορίσω με λέξεις όσα έζησα και ζω ακόμα. Δεν θέλω να μιλήσω για την πρώτη μου επαφή μαζί του. Απλά θα πω πως η προσμονή για να ενωθεί με το κορμί μου και η θεωρία που είχα χτίσει ότι θα αισθανόμουν επιτέλους γυναίκα και όχι κοριτσάκι, μετατράπηκε σε εφιάλτη, σε πόνο, σε ένα αρρωστημένο πρέπει που με κυνηγάει από τότε.

Τα χρόνια πέρασαν και αυτό το πρέπει έγινε ένα με την καθημερινότητα μου. Σιχαινόμουν την αίσθηση του πάνω στο σώμα μου. Δεν άντεχα άλλο αυτό το σφίξιμο κάθε φορά που με ακουμπούσε, κάθε κύτταρο μου ένιωθε να πνίγεται. Αλλά ήξερα πολύ καλά ότι δεν μπορούσα να ξεφύγω. Τι θα έλεγε εξάλλου ο κόσμος; Όλοι θα είχαν ερωτηματικά. Και εγώ πότε τα έβαζα με την κοινωνία, πότε με εμένα που δεν τολμούσα να κάνω κάτι.

Κάποιες ώρες τις νύχτες με άφηνε ήσυχη, άλλα κάθε πρωί σαν άνοιγα τα μάτια ήταν εκεί. Να μου υπενθυμίζει πως δεν μπορώ να κάνω βήμα μακριά του. Πονούσα, υπέφερα, δεν άντεχα πλέον το συναίσθημα αυτό. Σφίξιμο στο στομάχι κάθε μας επαφή, πόνος και νεύρα. Δεν σε θέλω πάνω μου γαμώτο, δεν σε αντέχω σε μισώ. Νοσταλγώ τις ελάχιστες ώρες της απουσίας σου, προτού ξαναχυμήξεις στο ημίγυμνο σώμα μου. Με πνίγεις, μου κόβεις την ανάσα με τον χειρότερο τρόπο. Μου ξυπνάς τόσο άσχημες επιθυμίες. Τόσα χρόνια με έχεις κάνει να σε σιχαίνομαι όλο και πιο πολύ. Όλοι το ξέρουν, αλλά κανείς δεν με πήρε στα σοβαρά ποτέ. Κλείνουν τα μάτια, και η απάντηση όλων είναι αυτό το αναθεματισμένο ΠΡΕΠΕΙ.

Το ξέρεις ότι έχει περάσει από το μυαλό μου πολλές φορές να σε καταστρέψω. Μπορώ! Αλλά δεν το κάνω πράξη. Όταν σε νιώθω πάνω μου θέλω να σε κομματιάσω, θα είναι δικαίωση για εμένα, για όλη την πίεση που μου ασκείς από την εφηβεία. Για κάθε σημάδι σου στο κορμί μου. Για κάθε έξοδο που μου κατέστρεψες, για όλες εκείνες τις στιγμές που ήθελα να ζήσω ελεύθερα αλλά δεν με άφησες. Για εκείνη την νύχτα πρόπερσι στις διακοπές που όλο το βράδυ με βασάνιζες σε εκείνο το υπέροχο μπαρ, όπου ήθελα να χορέψω το αγαπημένο μου τραγούδι, αλλά δεν μπορούσα εξαιτίας σου.

Όσοι ξέρω μου λένε πως ίσως υπάρχει κάποια λύση, αλλά πάντα καταλήγουν στο πρέπει. Νοσταλγώ τις λιγοστές στιγμές που δεν είσαι εδώ. Τις απολαμβάνω, τις χαίρομαι. Μετά όμως όλα γίνονται ίδια. Το τραγικό είναι πως όσο και να σε μισώ σε έχω ανάγκη. Αυτό με εξοργίζει πιο πολύ από όλα. Αλλά δεν αντέχω άλλο. Πρέπει να ζήσω έστω και μια ημέρα χωρίς εσένα, να νιώσω πάλι ελεύθερη, να ξαναγίνω παιδί έστω για μια ημέρα. Και όλο το ανέβαλλα. Αλλά σήμερα θα γίνει. Δεν με ενδιαφέρει τι θα πει ο κόσμος, αν θα κριθώ, αν θα ταπεινωθώ ανάθεμα πια την κοινωνία μας. Τόσα στερεότυπα αδιαφορώντας για τον πόνο του άλλου.

Το ραντεβού με την αδερφική μου φίλη που ξέρει ακριβώς τι περνάω όλα αυτά τα χρόνια ήταν μεσημεριανή ώρα σε γνωστό εμπορικό κέντρο. Είχα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να δείχνω φυσιολογική. Εκείνη όμως με κατάλαβε, με κοίταξε στα μάτια και κούνησε το κεφάλι της με έναν απροσδιόριστο μορφασμό καθώς με τράβηξε απαλά από το μπράτσο και με πήγε σε μια γωνία ψιθυρίζοντας μου ότι είμαι τρελή.

Τα λόγια της θα με τάραζαν αλλά θα απαντούσα κατάλληλα, ήξερα ακριβώς κάθε λέξη που θα της έλεγα. Την ακούω να μιλάει. ‘’Μωρή θεότρελη, ξεφτίλα θα γίνουμε, έσκασες μέρα μεσημέρι χωρίς σουτιέν, αφού σου είπα άμα χαλαρώσεις τα ραντάκια δεν θα σε σφίγγει τόσο’’ είπε χασκογελώντας. ‘’ΝΑΙ γιατί στην Αφρική όλες με τα βυζιά έξω είναι, αφού ξέρεις δεν το αντέχω το γαμημένο σήμερα αναρχία’’
‘’ Καλά καλά Αφρικανίδα μου λέει, ευτυχώς μετά τον καφέ θα πάμε σινεμά θα γλιτώσουμε κάπως το ρεζιλίκι, θες και αναρχίες με νούμερο σουτιέν D’’

Έτσι λοιπόν σε άφησα εκεί στην καρέκλα του σπιτιού μου, ίσως σε κάψω μόλις γυρίσω, τώρα που πήρα φόρα…Σε μισώ κωλοσουτιέν!!!

Ελένη Σαββαΐδου