Από τότε που το παιδί μου πήγαινε στην πρώτη δημοτικού, ανησυχούσα. Πώς να του φανεί άραγε; Πώς να περνά; Τι παιδιά θα συναντήσει; Θα βρει παρέες; Θα ξέρει να υπερασπιστεί τον εαυτό του; Θα κάνει φασαρία; Με λίγα λόγια θα ενταχθεί στο σχολικό περιβάλλον ή θα αντιμετωπίσει προβλήματα πρώτα αυτό και μετά και οι γύρω του; Θα ανταπεξέλθει στις κοινωνικές συναναστροφές με τα άλλα παιδιά και τους δασκάλους; Στα χρόνια που ακολούθησαν δεν άλλαξαν πολύ τα ερωτήματα. Για την ακρίβεια, δεν άλλαξαν καθόλου.


Αυτό όμως που μπορεί να μεταβληθεί είναι ο τρόπος να τα προσεγγίζει κανείς. Ο τρόπος για να μάθει ένας γονιός το πώς περνά το παιδί του στο σχολείο, έρχεται από τρεις βασικές πηγές. Η πρώτη και κύρια είναι το ίδιο το παιδί. Αν το ρωτήσουμε πώς πέρασε, τι έκανε στη μέρα, τι του άρεσε, τι δεν του άρεσε θα μας πει πολλά. Μπορούμε επίσης να το κεντρίσουμε για να μας σχολιάσει τα παιδιά με τα οποία έπαιξε, τι έπαιξαν, αν τσακώθηκαν, αν διασκέδασαν και γενικά να μας περιγράψει με όσες περισσότερες λεπτομέρειες γίνεται την ημέρα του. Τα οφέλη από μια τέτοια συζήτηση είναι πολλαπλά. Αρχικά, από τον τρόπο που το παιδί περιγράφει αυτά που μας λέει, μπορούμε να αντιληφθούμε τι νιώθει για το σχολείο, το οποίο είναι και το κύριο ζητούμενο. Αν τις περισσότερες φορές δείχνει ήρεμο, ευχαριστημένο εμφανίζει να έχει μια θετική αντίληψη για το σχολείο, μπορούμε να είμαστε κι εμείς ήρεμοι πως τα πράγματα πάνε σε γενικές γραμμές καλά. Δεν επαναπαυόμαστε, αλλά έχουμε μια ισχυρή ένδειξη, την οποία αξιολογούμε δεόντως.

Η δεύτερη πηγή πληροφόρησης είναι οι πιθανές συζητήσεις με άλλες μαμάδες και συμμαθητές του παιδιού. Κάποιο πάρτι, μία συνάντηση, κάποιος καφές ή μία έξοδος για παιχνίδι μεταξύ των φίλων του παιδιού, δίνει ένα καλό έναυσμα για «ελαφριά συζήτηση» μεταξύ μαμάδων, ανταλλαγή απόψεων και εικόνων που έχουν κι εκείνες παραλάβει από τα δικά τους παιδιά. Εκεί γίνεται μια εκπληκτική διασταύρωση στοιχείων που αφορά κυρίως το μαθησιακό κομμάτι αλλά και τομείς συμπεριφορών, είτε των παιδιών, είτε του δασκάλου. Για το πρώτο κομμάτι, το μαθησιακό, τα πράγματα είναι αρκετά σαφή και η εικόνα αρκετά κοντά στην πραγματικότητα. Στο δεύτερο κομμάτι όμως τα πράγματα είναι αρκετά πολύπλοκα. Οι εικόνες που θα παραλάβουμε για τον ίδιο άνθρωπο –το δάσκαλο- θα έχουν ένα πολύ μεγάλο εύρος, από υπέροχες έως απαίσιες. Θα τύχει να ακούσει κάποιος πράγματα που αγγίζουν την εξιδανίκευση έως και την πλήρη απόρριψη. Γιατί συμβαίνει αυτό;!

Πρέπει να κρατάμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας πως τα νέα του σχολείου, μας έρχονται έμμεσα. Αυτό σημαίνει πως «φιλτράρονται» από τα μάτια του παιδιού και τις ικανότητές του στην περιγραφή. Επηρεάζονται επίσης από τα συναισθήματά του για το πρόσωπο που κάνει την περιγραφή αλλά και τη θέση του ίδιου του παιδιού απέναντι στο περιστατικό. Το παιδί, ειδικά αν είναι στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, μπορεί να παραλείψει γεγονότα γιατί δεν τα θεώρησε σημαντικά, είτε γιατί δεν έγιναν άμεσα στο ίδιο είτε γιατί δεν τα αξιολογεί με τα ίδια κριτήρια που χρησιμοποιούν οι ενήλικες. Κάποιες φορές μπορεί από φόβο να παραλείψει ή να αλλοιώσει ελαφρώς –ή κάποιες φορές και περισσότερο- ένα γεγονός για να μη βρεθεί σε δυσάρεστη θέση. Δε θα ήθελε για παράδειγμα να το μαλώσουν οι γονείς του για κάτι που έγινε στο σχολείο. Για αυτό το λόγο οφείλουμε να θυμόμαστε όλοι να μην κριτικάρουμε το παιδί όταν μας περιγράφει κάτι. Συζητάμε, το ρωτάμε, το βάζουμε να σχολιάζει το ίδιο, συμβουλεύουμε, αλλά δεν κάνουμε «επίθεση», ΑΝ θέλουμε να μαθαίνουμε νέα του. Αλλιώς, άνετα μπορεί να μας κρατά σε συννεφάκι. Κάτι αντίστοιχο δεν κάναμε κι εμείς όταν ήμασταν μικροί;

Επιπρόσθετα, αυτή η «φιλτραρισμένη» εικόνα, από το παιδί, περνάει στους γονείς του οι οποίοι συνήθως αξιολογούν με διαφορετικά κριτήρια. Σε συζήτηση μεταξύ γονέων αυτό το «διπλό φίλτρο» (πρώτα δηλαδή το παιδί, μετά ο γονιός του μέχρι να φτάσει σε εμάς ως αποδέκτες) αλλοιώνει σε πολύ μεγάλο βαθμό την πραγματικότητα στρέφοντάς τη προς τα σημεία που ο κάθε γονιός θεωρεί σημαντικά. Μαζί όμως με αυτά τα σημεία, εμπλέκονται και οι φόβοι του, οι ανησυχίες του οι οποίες συχνά ανακατεύονται τόσο που δεν ξεχωρίζουν από την «αντικειμενική» πραγματικότητα. Έτσι, τέτοιες συζητήσεις, τις ακούμε, τις συγκρατούμε αλλά οφείλουμε να μην τους δίνουμε πολύ μεγάλη βαρύτητα, ειδικά όταν αισθανόμαστε θυμό, έντονη ανησυχία ή οργή από αυτόν που τα περιγράφει. Εκεί συνήθως θα υπάρχουν και υπερβολές.
Μα επιτέλους, μπορούμε να μάθουμε τι άνθρωπος είναι ο δάσκαλος; Ναι, αλλά πρέπει να επιστρατεύσουμε την τρίτη πηγή πληροφόρησης που είναι και η πιο άμεση. Τον ίδιο μας τον εαυτό. Μέχρι στιγμής τα όσα έχουμε μάθει για αυτόν, περνάνε από το πρίσμα των άλλων –ανηλίκων ή ενηλίκων. Τι καλύτερο όμως από το να συναντήσουμε το δάσκαλο για να τον γνωρίσουμε εμείς οι ίδιοι. Να βάλουμε το προσωπικό μας στοιχείο στην εικόνα που θα σχηματίσουμε. Εμείς, όσο κι αν το επιθυμούμε, δε μπορούμε να είμαστε μέσα στην τάξη του παιδιού μας. Γνωρίζοντας όμως το δάσκαλο μπορούμε να καταλάβουμε πώς αντιδρά μέσα στην τάξη. Είναι άραγε αυταρχικός, ευέλικτος, συζητήσιμος, διαλλακτικός; Του αρέσει περισσότερο η γλώσσα, τα μαθηματικά ή κάτι άλλο; Υπάρχει πληθώρα πραγμάτων που μπορεί να μάθει κάποιος για έναν δάσκαλο, αρκεί να μιλήσει χαλαρά μαζί του σε μια ήρεμη στιγμή ξεκινώντας από το παιδί και φτάνοντας ακόμα και περί ανέμων και υδάτων. Όλα έχουν τη σημασία τους.

Πάνω λοιπόν σε αυτή την άμεση εικόνα, μπορούμε να τοποθετήσουμε τις έμμεσες πληροφορίες που έχουμε προσλάβει και να δούμε ποιες ευσταθούν και ποιες όχι. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε αν ένας άνθρωπος μπορεί να εμπλακεί με τον τρόπο που ακούσαμε από τους άλλους σε ένα περιστατικό ή όχι. Ποτέ δε θα έχουμε την απόλυτη σιγουριά του τι ακριβώς συνέβη, αλλά οπωσδήποτε θα είμαστε όσο γίνεται πιο κοντά και θα μπορούμε να αντιδράσουμε αν κάπου χρειαστεί να παρέμβουμε. Παράλληλα όμως θα αποφύγουμε και ανούσιες παρεμβάσεις ή θυμωμένες αντιδράσεις, αν γνωρίζουμε καλύτερα με ποιους ανθρώπους έχει το παιδί μας να συναναστραφεί κατά την εκπαίδευσή του.