Με βρήκες και σε βρήκα. Κουμπώσαν τα κορμιά και τα χείλη μας από την πρώτη νύχτα. Κουμπώσαν οι ψυχές μας από τις πρώτες μας εξομολογήσεις. Οι καρδιές γίναν μία, με τα πρώτα «μου λείπεις» που δε γράφτηκαν, αλλά στριφογύριζαν στα δάχτυλά μας πάνω από το πληκτρολόγιο.

Εμείς λοιπόν, κοντά 3 χρόνια μαζί, εδώ, στο σπίτι μας, να σχεδιάζουμε το μέλλον μας κάνοντας όνειρα, κι επιστρατεύοντας αγαπημένους φίλους μας, να βοηθήσουν «στα μπετά», μιας και τα θεμέλια, τα έχει ήδη βάλει η αγάπη και γιατί όχι, η φιλοδοξία μας.

Μεγαλώσαμε διαφορετικά εσύ κι εγώ. Σαν από διαφορετικούς κόσμους. Εσύ, σαν να φύτρωσες, μεγάλωσες μόνος σου, σε ένα ανοιχτόμυαλο περιβάλλον γονέων, που υποτίθεται πως συζητιούνται τα πάντα. Αλλά όταν έφτανε η κουβέντα σε σημεία κομβικά για εξηγήσεις και πληγές, πάντα η κουβέντα άλλαζε, με τέχνη ή με βία από το περιβάλλον σου.

Εγώ πάλι, σκάω από αγάπη. Μεγάλωσα κλεισμένη μέσα σε δυο αγκαλιές, με χάδια και κανακέματα. Με κουβέντα μεν, αλλά και κρυφά πράγματα. Μυστικά. Μια μαμά που δε μιλούσε όταν έπρεπε, και πιεζόταν μπροστά στο παιδί της, και σε έναν πατέρα καλό μεν, αλλά εντελώς λάθος μεγαλωμένο από τους δικούς του γονείς.

Εσένα η μαμά σου δεν πήρε ποτέ το μέρος σου. Εμένα ήταν εγώ η ίδια, όχι απλά το μέρος μου.

Ο πατέρας σου μιλούσε διαρκώς κι ανέλυε. Ο δικός μου, φοβόταν λόγω της δεσποτικής του μητέρας να κάνει την όποια κουβέντα, κι έμαθε να δρα κρυφά, κάνοντας απανωτά λάθη.

Οι δικοί σου πήγαν να σε τρελάνουν με τη λογική τους, κι εμένα να με σκάσουν από την αγάπη τους.

Ξέρεις γιατί δεν έχω πει ποτέ, κι ούτε θα πω ποτέ άσχημη κουβέντα για τους γονείς σου; Μπορεί να μη τους μιλάς, και να μη θέλεις επαφές, αλλά εγω κουβέντα άσχημη δε θα πω. Και θα σου εξηγήσω γιατί. Γιατί σε κάναν τον άντρα που εγώ ερωτεύτηκα, που αγάπησα, και που θέλω να μοιραστώ τη ζωή μου μαζί του. Είσαι εκείνος που με έκανε να θελήσω να έχω ζωή κοινή, μοιρασμένη. Γιατί ο τρόπος που μεγάλωσες, σε έκανε τον υπεύθυνο άντρα που αγκαλιάζω τις νύχτες, εκείνον που μπορεί να ανασυνταχτεί μετά από καταστροφή, και διώχνει τους φόβους μου.

Οι δικοί μου σου μεγάλωσαν καλά τη γυναίκα σου. Στην μεγάλωσαν με αγάπη, με το αίσθημα της συγχώρεσης, όσο «βαρύ» και να ήταν το ατόπημα. Μεγάλωσα με το «δε πειράζει, θα το φτιάξουμε». Γι’ αυτό είχα κι έχω την υπομονή μαζί σου, από εκείνους την πήρα. Θα το φτιάξουμε , όλα φτιάχνουν. Εχω μάθει ό,τι προκύπτει, να το φτιάχνω.

Καλό δεν είναι να προκύπτουν διάφορα που μπορούν να μας επιβαρύνουν στα νέα μας σχέδια, αλλά με την αποφασιστικότητα σου και την θέλησή μου, θα μας βγει. Το ξέρω.

Έμαθες πως πρέπει να λες την αλήθεια στον άλλο, κι ας πονάει.
Έμαθα πως λες στον άλλον μόνο αυτά που μπορεί να χωνέψει, για να μην πονάει. Τι νόημα έχει εξάλλου να πονάμε για το παρελθόν; Το παρελθόν το κοιτάμε για να προσανατολιστούμε, να μην επαναλάβουμε τα ίδια, όχι για να το ανακατεύουμε συνέχεια στο παρόν μας.

Έχει ο καθένας από μας τις βαλίτσες του αγάπη μου… Εσύ τις δικές σου κι εγω τις δικές μου. Κάποιες τις αφήσαμε πίσω μας, και κάποιες τις κουβαλάμε. Δεν απαιτώ να κουβαλήσεις βάρος που δεν είναι δικό σου και δεν θα το απαιτήσω ποτέ. Να με βοηθάς να κουβαλώ τις βαλίτσες μου θέλω, και να με ενθαρρύνεις όταν η ανηφόρα σκληραίνει, και το έδαφος γίνεται τραχύ. Αυτό θέλω.

Τις αγαπώ τις βαλίτσες μου κι ας έχουν μέσα κάποια βαρίδια. Αυτά τα βαρίδια με έκαναν τη γυναίκα που αποφάσισες να δέσεις τη ζωή σου μαζί της.

Σ’ αγαπώ, γαμώτη σου.