Μεγάλη Τετάρτη

Τους ψιθύρους που ακολουθούσαν το διάβα της, τους είχε συνηθίσει. Με το κεφάλι της σκυφτό, πύκνωσε το βήμα της και προσπέρασε την πλατεία του χωριού. Μέσα στα χρόνια είχε σκληρύνει η πέτσα της. Είχε γίνει τραχιά, αδιαπέραστη. Λες και τα υποτιθέμενα χάδια και φιλιά στο σώμα της είχα κλείσει τους πόρους εντελώς. Τίποτα δεν αισθανόταν πλέον και ίσως γι’ αυτό και οι ψίθυροι γλιστρούσαν από πάνω της και έπεφταν στο χώμα. Σαν αεράκι την τύλιγαν για δευτερόλεπτα και ύστερα χανόντουσαν. Εύκολο να κρίνεις τον άλλο, δύσκολο να κρίνεις τον εαυτό σου. Και εκείνη μόνο ο Θεός θα την έκρινε για τις πράξεις της. Μόνο εκείνος είχε το δικαίωμα να τη βάλει απέναντι και να της χρεώσει τις αμαρτίες της μια, μια. Και όταν θα ερχόταν εκείνη η ώρα της κρίσης, τότε θα σήκωνε το κεφάλι της ψηλά, θα τον κοιτούσε στα μάτια και Εκείνος θα έβλεπε. Θα έβλεπε πως δεν ήταν η “πουτάνα” που όλους βόλευε να πιστεύουν πως ήταν.

Το σώμα της αν ξεκίνησε να το πουλάει, ήταν γιατί από νωρίς όλοι μόνο αυτό θέλανε από εκείνη. Δεκατριών ήταν όταν την είχε στείλει ο πατέρας της να φέρει αλεύρι. Καθόλου παράξενο δεν της είχε φανεί που δεν της είχε δώσει λεφτά. Μόνο όταν ο μυλωνάς τη στρίμωξε σε μια γωνία κοιτώντας την με πόθο, κατάλαβε πως εκείνη θα έπρεπε να πληρώσει το αντίτιμο. Δεν του αντιστάθηκε σχεδόν καθόλου. Η πείνα της ήταν πάνω από κάθε τι άλλο. Τέσσερις μέρες νηστικιά, ήξερε πως το να δεχτεί το χοντρό σώμα του μυλωνά μέσα στο εύθραυστο, σχεδόν παιδικό κορμάκι της ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει για να επιβιώσει. Και το έκανε. Έσφιξε τα δόντια της και το έκανε. Με ματωμένο εσώρουχο και ένα σακί αλεύρι γύρισε στο σπίτι της. Ένα σακί αλεύρι που τα αδέλφια της κοίταζαν σαν μάννα εξ ουρανού. Με δάκρυα είχε ζυμώσει η δόλια η μάνα της εκείνο το αλεύρι σε ψωμί. Δάκρυα γιατί ήξερε πως το πρωτότοκο κορίτσι της είχε θυσιάσει την αθωότητα του, για να μην πεθάνουν της πείνας. Και όταν το ίδιο βράδυ έκατσαν στο τραπέζι, εκείνη η ίδια έκοψε δύο μεγάλα κομμάτια και σχεδόν με το ζόρι τα τάισε στους δύο γονείς της που κλαίγοντας της φίλησαν τα χέρια.

Δεν ήταν κακοί άνθρωποι οι γονιοί της. Άτυχοι και φτωχοί ήταν. Ακόμα και όταν ξεψυχούσαν στο νεκροκρέβατο τους, συγχώρεση της ζητούσαν. Εκείνη όμως δεν είχε κάτι να τους συγχωρέσει. Μπορεί την πρώτη φορά εκείνοι να την είχαν στείλει, όλες τις επόμενες όμως μονάχη της είχε πάει. Άσχημο πράγμα η πείνα και ακόμα πιο άσχημο να ξέρεις πως μπορείς να την εξαφανίσεις απλά πουλώντας λίγο από το κορμί σου.

Βγαίνοντας στη δημοσιά, σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε το ξωκλήσι στην κορυφή του λόφου χαρούμενη. Και φέτος τα είχε καταφέρει. Και φέτος είχε καταφέρει να διασχίσει το χωριό χωρίς κάποιος να την λιντσάρει. Τα πρώτα χρόνια την έφτυναν και της πετούσαν διάφορα. Ούτε ιερό, ούτε όσιο είχαν. Καθόλου δεν λογάριαζαν που ήταν μεγάλη εβδομάδα. Νήστευαν το κρέας, το λάδι και το γάλα, αλλά τα λόγια που έβγαζε το στόμα τους, δεν τα υπολόγιζαν. Μαζί με την ίδια όμως γέρασαν και όλες εκείνες οι γυναίκες που οι άντρες τους προτιμούσαν το δικό της αγορασμένο χάδι, από τα άνευρα δικά τους. Έμειναν μόνο έτσι οι ψίθυροι και η περιφρόνια στο βλέμμα τους.

«Ήρθες…» της είπε με αγωνία καθώς την αντίκρισε στην πόρτα.
«Ήρθα», του απάντησε και χώθηκε μέσα βιαστικά για να μην την πάρει κανένα μάτι.
«Σαράντα χρόνια τώρα βρε Ασπασία, σαράντα χρόνια τώρα κάθε Μεγάλη Τετάρτη η ίδια δουλειά. Γεράσαμε και εσύ και εγώ… Πόσες φορές πρέπει να στο πω πως δεν το αντέχω πλέον;» διαμαρτυρήθηκε εκείνος ενώ την κοιτούσε με μάτια κατακόκκινα.
«Σε παρακαλώ. Ακόμα μια χρονιά. Δεν θα ζήσω πολύ ακόμα. Κάνε λίγο υπομονή. Σε εκλιπαρώ…» τον παρακάλεσε ενώ έλυνε το μαντίλι που κάλυπτε τα μαλλιά της.
«Φέτος θα μου πεις τουλάχιστον το γιατί; Γιατί τότε που πρωτοήρθα στο χωριό δεν δέχτηκες να σε πάρω και να φύγουμε; Θα σε παντρευόμουν, θα σε έκανα έντιμη γυναίκα, θα κάναμε παιδιά…θα ζούσαμε ευτυχισμένοι…» είπε ξέπνοα ενώ έπαιρνε τη θέση του.
«Δεν σου άξιζα. Από όλους τους άντρες, μόνο σε σένα δεν άξιζα. Δεν έχω βρώμικη ψυχή και εσύ το ξέρεις. Εσύ το είδες. Το σώμα μου όμως είναι λερωμένο. Το λέρωσαν. Αυτό θα ήταν αμαρτία πάτερ. Αυτό θα ήταν. Να λερώσω και εσένα…» αποκρίθηκε ήρεμα ενώ γέμιζε τη λεκάνη με νερό.
«Δεν είμαι Εκείνος Ασπασία. Ένας αδύναμος άνθρωπος είμαι, που σαράντα χρόνια τώρα ζω για να σε βλέπω μια φορά το χρόνο. Που ζω το μαρτύριο μου… Αχ βρε γυναίκα, μακάρι να μπορούσες να νιώσεις, τι νιώθω. Αν με άφηνες να βγω μπροστά. Αν με άφηνες να σε προστατεύσω. Τόσα χρόνια κανένας δεν ξέρει τι κάνουμε κάθε μεγάλη Τετάρτη εδώ πάνω. Κανένας τους δεν ξέρει πως όταν το βράδυ θα κάνω την λειτουργία στην εκκλησία του χωριού, τα δικά σου δάκρυα θα έχουν καθαρίσει τη δική μου ψύχη. Μας εξόρισες σε τούτο το ξωκλήσι. Ακόμα θυμάμαι την πρώτη φορά που μου ζήτησες να σε συναντήσω εδώ», μουρμούρισε ξέροντας πως εκείνη πλέον δεν τον άκουγε και πειθήνια έβγαλε τα παπούτσια του.

Γονατισμένη μπροστά του έλυσε τα μακριά μαλλιά της. Λευκές τούφες ανάμεσα σε μαύρες. Κάθε χρόνο και περισσότερες. Με ένα μικρό ξυράφι που έκρυβε στο μανίκι της, άνοιξε δυο μικρές πληγές στις παλάμες της. Σταγόνες από κατακόκκινο αίμα έτρεξαν μέσα στη λεκάνη με το νερό. Και καθώς οι σταγόνες το έβαφαν κόκκινο, δάκρυα λύτρωσης άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια της Ασπασίας. Με τα πληγιασμένα της χέρια έπιασε την άκρη από τα μαλλιά της και τα βούτηξε στη λεκάνη. Με ευλάβεια άρχισε να σφουγγίζει τα πόδια του και με φωνή απόκοσμη, λιγωμένη από τον πόνο και την απελπισία, επανέλαβε τα λόγια εκείνα που κάθε χρόνο έκαναν τη καρδία του να σπάει σε χιλιάδες κομμάτια.

«Και έρχομαι εγώ μια πόρνη γυναίκα και αδειάζω στα πόδια σου αρώματα ανακατεμένα με δάκρυα και αίμα… και σιωπηλά ζητάω συγνώμη για τα κρίματα μου. Λύτρωσε με από τα αμαρτήματα μου και σώσε με! »

Και όσο τα μαλλιά της ακουμπούσαν το δέρμα του, παράφορος πόνος χτυπούσε όλο του το κορμί. Πόνος ενοχής γιατί ο ίδιος δεν ήταν άξιος της, και ας πίστευε εκείνη το αντίθετο. Κάθισε έτσι ακίνητος ακόμα μια χρονιά, ακίνητος και ευγνώμων για την παράδοξη φυσική επαφή που του προσέφερε ανιδιοτελώς. Άλλωστε είχε πάρει απόφαση, πως μόνο αυτό του επιτρεπόταν. Και αυτό διαρκούσε λίγο, τόσο λίγο.