Σίγουρα όλοι έχουμε ακούσει την έκφραση ότι οι μεγάλοι έρωτες κοιμούνται σε διαφορετικά κρεβάτια. Ίσως την είδαμε γραμμένη σε κάποιο μέσω κοινωνικής δικτύωσης, ίσως την είπε κάποιος σαν ατάκα, υπάρχει όμως και το ενδεχόμενο να την έχεις βιώσει, να μην είναι απλά μια πρόταση στον τοίχο μιας χωρισμένης κοπέλας για παράδειγμα αλλά να είναι χαραγμένη μέσα σου. Να την αισθάνεσαι και να νιώθεις τις συνέπειες της. Είναι τόσο οξύμωρο. Γιατί δύο άνθρωποι που είναι ερωτευμένοι να μην κοιμούνται αγκαλιά στο ίδιο κρεβάτι; Ποιος ο λόγος; Κάποτε θεωρούσα τέτοιου είδους εκφράσεις αστείες, πίστευα απλά ότι όποιος θέλει να είναι με κάποιον απλά είναι μαζί του και συνήθως αυτός είναι ο κανόνας. Αλλά σε κάθε κανόνα υπάρχει πάντα και η πιθανότητα της εξαίρεσης.

Θα σας πω λοιπόν μια ιστορία, μπορεί να είναι ένα απλό δημιούργημα της φαντασίας μου, μπορεί πάλι και όχι. Είναι μια ιστορία για δύο ανθρώπους οι οποίοι κατάφεραν μέσα στα χρόνια να κοιμούνται πάντα εν τέλει σε διαφορετικά κρεβάτια. Αλλά για κάποιον περίεργο λόγο ξεκλεβουν στιγμές κάποιες φορές και παίζουν παιχνίδια με τον χρόνο τον παγώνουν και περνάνε μια νύχτα αγκαλιά. Μπορεί να κάνουν μήνες να βρεθούν ξανά μόλις όμως αυτό συμβεί η συνάντηση τους θα είναι η συνέχεια της προηγούμενης. Σαν να αποχαιρέτησε ο ένας τον άλλον την προηγούμενη μέρα, σαν να μην πέρασε καιρός, σαν απλά να μπαίνει ο ένας στο μυαλό του άλλου και να το διαβάζει με έναν μαγικό ανεξήγητο τρόπο. Ο οποίος τους κάνει να ξέρουν ακριβώς τόσο τρομακτικά καλά την ροή των σκέψεων τους που δεν χρειάζεται να μιλήσουν. Αρκεί μια αγκαλιά, αλλά από τις αληθινές, τις σπάνιες, τις ζεστές αυτές τις αγκαλιές που χάνεσαι μέσα τους που δεν θες να τις αφήσεις που μόλις τις νιώσεις ξέρεις ότι βρίσκεσαι στο σωστό μέρος. Με αυτή την αγκαλιά όλοι οι μήνες απόστασης εξατμίζονται, με αυτή την αγκαλιά οι καρδιές έρχονται κοντά και διαβάζει ή μια την άλλη, ξέροντας ακριβώς τι νιώθουν. Αυτή η αγκαλιά είναι η σφραγίδα τους, η υπογραφή τους.

Εύλογα κάποιος θα αναρωτηθεί γιατί αυτοί οι δύο άνθρωποι δεν είναι μαζί. Και απάντηση δεν έχω να σας δώσω. Εκδοχές και ενδεχόμενα ναι, απάντηση όχι. Ίσως γιατί όταν υπήρξαν μαζί ο ένας πλήγωνε τον άλλον, ίσως έφταιξε μόνο εκείνη ίσως έφταιξε και εκείνος. Το αποτέλεσμα είναι ίδιο. Πλήγωσαν ο ένας τον άλλον ο καθένας με τον τρόπο του, οι δρόμοι τους χωρίστηκαν και θεώρησαν και οι δύο ότι ήταν απλά μια σχέση που θα ξεχαστεί με τον καιρό εύκολα. Δεν ήταν δα και χρόνια μαζί. Λίγοι μήνες μόνο, δυνατοί μήνες, αξέχαστοι μήνες, γεμάτοι πιο πολύ και από μακροχρόνιες σχέσεις. Ίσως για αυτόν τον λόγο εκείνοι ξαναβρέθηκαν. Είχε περάσει καιρός, είχαν προχωρήσει και οι δύο, είχαν ερωτευτεί αλλά άτομα, είχαν πληγωθεί, από αυτά τα άλλα άτομα, ζούσαν τελείως διαφορετικές ζωές. Αλλά η μοίρα; Το κάρμα; Η τύχη; Ένα ξεχασμένο φούτερ του στο συρτάρι της, της το είχε δώσει παλιά μια νύχτα που είχε κρύο και περπατούσαν στον δρόμο. Θυμήθηκε την στιγμή, πήρε το φούτερ αλλά μαζί με αυτό πήρε και ένα τηλέφωνο. Δεν υπήρχαν τυπικότητες, ήταν σαν να το είχε ξεχάσει μια μέρα πριν και όχι ένα χρόνο πριν. «Γεια, βρήκα αυτό και σκέφτηκα μήπως το χρειάζεσαι» Αυτό του είπε μόνο, και λίγες ώρες μετά έγιναν πάλι ένα, γέλασαν θυμήθηκαν τα παλιά και τελικά το φούτερ της το ξαναφόρεσε και δεν του το επέστρεψε ποτέ. Και η ζωή συνεχίστηκε σαν να μην έγινε αυτή η συνάντηση. Αυτός ήταν ο δικός τους τρόπος. Ίσως τότε δεν το είχαν καταλάβει ακόμα, ίσως θεώρησαν ότι ήταν απλά μια νύχτα με έναν πρώην άλλωστε αυτά γίνονται. Και κάπου εδώ ο χρόνος παγώνει. Βρέθηκαν ξανά, και συνέχισαν να βρίσκονται. Πάντα το ίδιο συναίσθημα. Σαν να μην πέρασε μια μέρα που λέει και ένα τραγούδι. Κάθε φορά η ίδια αγωνία, μπορεί να είναι απόλυτα άνετοι μεταξύ τους αλλά η καρδιά τους ρίχνει δύο τρία χτυπήματα παραπάνω όταν κοιτάζονται. Εδώ έρχεται ξανά η απορία; Γιατί δεν είναι μαζί; Αγάπη υπάρχει. Πολύ. Πάθος ακόμη περισσότερο, είναι μόνιμα ερωτευμένοι μεταξύ τους πιθανόν ούτε οι ίδιοι δεν ξέρουν πόσο, πάντως είναι. Ίσως για αυτό κοιμούνται σε διαφορετικά κρεβάτια γιατί ξέρουν ότι μαζί είναι σαν την φωτιά, μια φωτιά όμως που μπορεί να γίνει πυρκαγιά και να τους κάψει με την ένταση της.

Εκείνη είναι δυναμική, εκείνος είναι νευρικός και ας το αρνείται όταν του το λέει και την κοιτάζει με αυτό το πανέμορφο λίγο πονηρό χαμόγελο του, και εκείνη γελάει τον φιλάει, μακάρι να ήξερε πόσο πολύ θέλει να τον βλέπει να χαμογελάει. Αν ήταν δικός της ίσως δεν χαμογελούσε έτσι, ίσως μάλωναν, ίσως χώριζαν άσχημα, ίσως ο ένας θα μισούσε τον άλλον με το πέρασμα του καιρού. Ίσως απλά δεν είναι αρκετή για να τον κάνει ευτυχισμένο. Και εκείνη τον θέλει χαρούμενο άρα πως μπορεί να πάρει το ρίσκο να ξαναπροσπαθήσει; Αυτό δεν είναι εξάλλου η αγάπη; Να θες το καλό του άλλου ακόμα και αν δεν είστε μαζί; Αλλά υπάρχει στην μέση και ο έρωτας που την κάνει να τον θέλει μόνο για εκείνη, που στην σκέψη ότι κοιμάται σε άλλο κρεβάτι ζηλεύει κάθε κύτταρο της, που θέλει να τον αγκαλιάσει και να του ευχηθεί τα καλύτερα και όντως το εννοεί, αλλά μετά την αγκαλιά θέλει να του δώσει ένα χαστούκι και να του πει «Μην με αφήσεις γαμώτο να φύγω, κράτησε με εδώ μαζί σου, έλα να κλείσουμε εισιτήρια να φύγουμε μακριά από όλους και όλα για λίγο. Να είμαστε ο ένας για τον άλλον, να ξυπνάω και να βλέπω το πρόσωπο σου. Πάμε να γυρίσουμε τα πιο όμορφα μέρη, πάμε να ακούσουμε τα τραγούδια που μας αρέσουν, πάμε να χορέψουμε σαν να μην υπάρχει αύριο. ΜΑΖΙ. ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΜΕΝΑ. ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΣΕΝΑ»

Αλλά δεν θα του το πει, θα του ευχηθεί απλά να προσέχει, να είναι καλά και ναζιάρικα θα τον χαιρετήσει. Όχι φυσικά ότι εκείνος δεν το ξέρει, όλα τα ξέρει, όλα τα ξέρουν και οι δύο. Αυτό που δεν ξέρουν είναι ποτέ και αν θα ξαναβρεθούν. Σχεδόν ποτέ δεν το ορίζουν οι ίδιοι, έρχεται τυχαία. Πιθανόν αυτή είναι και η διαφορετικότητα τους. Αυτό τους οδηγεί να μην είναι μαζί το ότι δεν το κυνηγούν είτε λόγω χαρακτήρα, εγωισμού, ή απλώς φόβου για την κατάληξη. Θεωρώ όμως ότι αυτές οι λίγες στιγμές που βρίσκονται, είναι πολύ πιο αληθινές, δυνατές και ζωντανές από κάποιες κανονικές σχέσεις.

Καληνύχτα μωρό μου, θα τα πούμε αύριο. Ίσως περάσουν μήνες αλλά για εμάς σαν αύριο θα είναι.