Μόλις είχε σχολάσει ο εσπερινός και ενώ πολλές γυναίκες έφευγαν από την πίσω πόρτα του ναού φλυαρώντας, ένα αγοράκι οκτώ χρόνων καθόταν στα σκαλιά της μονοκατοικίας που θα γινόταν πλέον το σπίτι του χωρίς να τις προσέχει, ακόμα κι αν κάποιες από αυτές στη θέα του ψιθύριζαν για την τύχη του ορφανού που μάζεψε ο γερό-Σκορδέλης, τι γέρος δηλαδή, ούτε 50 δεν ήταν.

Χαμένος στις σκέψεις του ο μικρός Μένιος. Γιατί τώρα; Εφτά χρόνια είχε που πέθανε ο πατέρας του. Δύσκολα περνούσαν, είναι αλήθεια αλλά δεν ήθελε να απομακρυνθεί από τη μάνα και τον αδερφό του. Κι ας του είχαν πει πως θα τους έβλεπε συνέχεια, δίδυμες αδερφές βλέπεις η μάνα η πραγματική κι η θεία που πλέον θα αποκαλούσε μάνα. Άλλωστε κάθε μέρα στης θείας Κατίνας το σπίτι ήταν κι αυτός κι ο Βάσος, ο αδερφός του όταν η μάνα του δούλευε καθαρίζοντας σκάλες ή στις ξένες μπουγάδες. Δεν ήθελε να μένει εκεί, ο θείος Γιώργος, ο γερό-Σκορδέλης του φαινόταν σκληρός και δύσκολος άνθρωπος, τον απέφευγε όσο μπορούσε.

Δεκαπέντε χρόνια μετά κι ο Μένιος, με μακρύ παντελόνι αυτή τη φορά πάλι στα ίδια σκαλιά καθόταν και σκεφτόταν την επόμενη μέρα. Έφευγε φαντάρος, δεν ήξερε ποτέ κι αν θα επέστρεφε στο σπίτι του καθώς ο εμφύλιος μαίνονταν στην Ελλάδα Η μάνα μέσα έκλαιγε και ετοίμαζε ότι νόμιζε πως θα του φαινόταν χρήσιμο. Ο γέρος πριν από λίγο του έδωσε χαρτζιλίκι, για να έχει για μια ανάγκη. Άλλωστε ούτε κάπνιζε ούτε έπινε, τι να τα κάνει τα λεφτά;

Απόγευμα ήταν και πάλι, μόλις είχε μπει η άνοιξη, κι αυτός έκλεινε τα 25 απόψε. Όχι ότι άλλαξε και τίποτε που γύρισε σώος από το στρατό και με παράσημο. Για τον γέρο ήταν ένας ακόμα εργάτης, ένα ακόμα μοσχάρι από το κοπάδι, χρήσιμο μόνο όσο έβγαζε λεφτά. Από τα οχτώ του δούλευε σα το σκυλί, πρωί μοίραζε αξημέρωτα το γάλα και μετά σχολείο, σπίτι για φαγητό και δουλειά, ο στάβλος θέλει χέρια, ξανά σχολείο και διάβασμα το βράδυ με τη γκαζόλαμπα που έπρεπε να σβήσει πριν έρθει ο γέρος από τις βόλτες του στις χήρες της γειτονιάς. Όσες φορές τον έπιασε ξύπνιο κατέληγε η μάνα να τρώει το ξύλο που προορίζονταν για αυτόν. Σκεφτόταν πως αν δεν του το απαγόρευε ο γέρος θα κάπνιζε τούτη τη γλυκιά ώρα, να έχει μια παρέα εδώ στα σκαλιά του σπιτιού που ποτέ δεν έγινε πραγματικό του σπίτι.

Κλαμένο τον βρήκε αυτό το απόγευμα στα σκαλιά, όχι από το ξύλο που έφαγε, δε σήκωνε πλέον ο γέρος χέρι πάνω του, άλλωστε ήταν κιόλας 32 χρονών. Έχασε τη μάνα του, δεν θα ξανάκουγε ποτέ τη φωνή της να τον ρωτάει «είσαι καλά Μενάκο μου; Θέλεις κάτι να φας; Πολύ κουράζεσαι Μενάκο μου, στάκα ένα λεπτό να ξαποστάσεις, ένα νερό να πιεις παλικάρι μου». Έφυγε η μάνα από συμφόρηση, τόσα χρόνια, τόσο ξύλο και πολύ άντεξε η γυναίκα κι έφτασε 54 χρόνων. Κι ο γέρος αντί να χύσει έστω κι ένα δάκρυ υποκριτικό του δήλωσε πως τώρα πρέπει να παντρευτεί να μπει μια γυναίκα στο σπίτι, δυο άντρες μόνοι πως να τα βγάλουν πέρα. Τώρα κι αν είχε την ανάγκη ενός φίλου, κι ας γινόταν στάχτη.

Σήμερα δεν έκατσε ο Μένιος στα σκαλιά. Κοιτούσε μονάχα τη μονοκατοικία που σε λίγες μέρες δε θα υπήρχε, αυριο μεθαύριο θα την γκρέμιζαν για να χτίσουν πολυκατοικία στη θέση της. Ανάμεικτα συναισθήματα. Εδώ έζησε άσχημα πολύ, αλλά εδώ έζησε κι η μάνα που του έδινε όλη της την αγάπη και έτρωγε για αυτόν το ξύλο. Ένιωσε και ευτυχία, όμως. Ίσως η πιο ευτυχισμένη στιγμή του να ήταν όταν μπήκε κρατώντας αγκαλιά τη νεογέννητη κόρη του μετά από πολλά χρόνια προσπαθειών. Τα σκαλάκια θα του έλειπαν πιο πολύ σκέφτηκε…αλλά θα εχει μεγάλο μπαλκόνι του είπαν το διαμέρισμα, εκεί θα βρει τη γωνιά του.

Κι έτσι πέρασαν άλλα τριάντα χρόνια και βάλε, με τον κυρ-Μένιο να κάθεται στο μπαλκόνι του και να ρεμβάζει, να ψέλνει και να τραγουδά. Έφυγε κι ο γέρος, κι η μάνα η πραγματική, κι ο αδερφός του. Έμεινε με τη Δέσπω να τον ψέλνει κι αυτή καθημερινά αλλά αυτός πλέον μόνο γελούσε, είχε πια παντρέψει την κόρη του, είχε αποκτήσει και μια εγγονή, δόξα τω θεω έλεγε έζησα άσχημα μα και καλά μου επιφύλαξε στο τέλος η ζωή.

—–

9 Ιουλίου 2008
Ο Μένιος ζήτησε από τη νοσοκόμα της κλινικής να τον βγάλει έξω στη βεράντα και σαν ένα παιδί που ετοιμάζει σκανδαλιά της ζήτησε ένα τσιγάρο. Παππού δεν καπνίζεις του είπε αυτή, τι να το κάνεις; Δωσ’το μου εσύ κι εγώ θα βρω τι θα το κάνω. Και με το τσιγάρο στο χέρι που ποτέ δεν άναψε κάθισε στο αναπηρικό καροτσάκι του και χάθηκε στις σκέψεις του και πάλι. Φοβάμαι να πεθάνω μα κουραστικά να ζω. Πλέον βάρος είμαι, ας είναι τα παιδιά καλά, να πάω κι εγώ κοντά στη μάνα μου, φτάνει πια.
Έλιωσε το τσιγάρο στο χέρι μου αφού το μύρισε πρώτα και σκέφτηκε πως μοιάζει με αυτά που καπνίζει η κόρη του. Και πήγε για ύπνο. Ξημέρωνε 10 Ιουλίου, μια μέρα ηλιόλουστη αλλά δεν την είδε ποτέ γιατί δεν ξύπνησε εκείνο το πρωί.

 

Κατερίνα Σκορδέλη