Και έρχεται αυτή η στιγμή που πρέπει να ψάξεις για σπίτι. Για τους δυο σας. Λάθος, για τους τρεις σας. Μία που κρατάς το θετικό τεστ, μία που ακούς για πρώτη φορά καρδούλα και μία που αρχίζεις να κοιτάς αγγελίες. Και ονειρεύεσαι. Παιδικό δωμάτιο. Μαγεία. Καλή φάση. Δεν έχεις άγχος, έχεις μπροστά σου αρκετούς μήνες. Ατελείωτες ώρες στο internet, χαζεύεις φωτογραφίες, περιγραφές, μιλάς στο τηλέφωνο με την κα. Μαριγούλα που τελικά μετά από μία ώρα non stop παρλαπιπίασης σου αποκαλύπτει ότι νοικιάζει ένα υπνοδωμάτιο μέσα – ΝΑΙ ΜΕΣΑ, ΓΟΥΑΤ ΔΕ ΦΑΚ – στο σπίτι της, ραντεβού, ψάξε ψάξε δε θα το βρεις.

Και οι εβδομάδες περνάνε και οι πρώτες σταγόνες ιδρώτα στο μέτωπο αρχίζουν να κυλάνε. Βλέπεις στο νησί οι επιλογές είναι περιορισμένες. Και όσο η κοιλιά αρχίζει να φουσκώνει, ξαναθυμάσαι παλιές κακές συνήθειες και καταλήγεις να τρως μέχρι και τα νύχια των ποδιών του μέλλοντα πατέρα (σιγά μη χαλάσεις το shellac των χεριών σου και φυσικά ούτε λόγος να φτάσεις τις δικές σου πατούσες).

Είναι μικρούλι αλλά τόσο γλυκούλι. Οι φωτογραφίες το αδικούν. 65τ.μ. διώροφη μεζονέτα. Καινούριο, μοντέρνο, επιπλωμένο, με δύο μπάνια, καλοριφέρ, air-condition, τζάκι, απίστευτη θέα και δεν έχει ενοίκιο το ΑΕΠ του Λιχτενστάιν. Νταξ μωρέ τώρα, πώς κάνεις έτσι για 17 ωραιότατα μαρμάρινα σκαλάκια ανάμεσα στους ορόφους. Ευκαιρία να σφίξουν λίγο και τα κωλιά μας. Κάνεις και ένα μίνι παζαράκι, τσακ, γλυτώνεις και το νεφρό του μέλλοντα πατέρα.
Και κάπως έτσι την καπαρώνεις τη φωλίτσα σου, με τα 17 υπέροχα μαρμάρινα σκαλάκια της και αρχίζεις να την ετοιμάζεις για τη μεγάλη άφιξη. Και κάποιος κάπου για κάποιο λόγο σε λυπάται. Και πριν καν προλάβεις να κοιμηθείς έστω ένα βράδυ στο καινούριο σου κουκλόσπιτο, ο γυναικολόγος σου σφυρίζει να μαζέψεις την τεραστίων διαστάσεων κοιλιά σου και να εγκατασταθείς στην Αθήνα στο πατρικό σου μέχρι τη γέννα. Σε έναν όροφο. Χωρίς σκαλιά. Όλα καλά, είσαι κιουρία. Θες 32 ώρες να φτάσεις από το υπνοδωμάτιο στην κουζίνα, αλλά είναι ίσιωμα αδερφέ, στην τελική κάνεις πατέντα με τα ξεχασμένα σου εφηβικά rollers skates και το πι της γιαγιάς και Μυυυυυυυυυυύκονοοοοοοςςςςςς!

Και γεννάς. Και επιστρέφεις στο νησί. Στο πανέμορφο, γλυκούλικο, χουχούλικο, καινούριο σου σπιτάκι με τα 17 υπέροχα μαρμάρινα σκαλάκια. Και το μωρό κλαίει μία αιωνιότητα και μία μέρα. Και εσύ τρέχεις πάνω κάτω, δεξιά αριστερά, μέσα έξω, γύρω γύρω. Και έχεις χάσει το μέτρημα πόσες φορές έχεις ανεβοκατέβει τα 17 μαρμάρινα σκαλάκια. Και το μωρό μεγαλώνει και αρχίζει να κοιμάται στο δωμάτιό του και εσύ συνεχίζεις να ξεχνάς τα πράγματα που είναι για πάνω κάτω και τα πράγματα που είναι για κάτω πάνω. Και βρίζεις. Από μέσα σου. Μη σε ακούσει το παιδί. Και το παιδί μεγαλώνει. Και το βρεφικό δωμάτιο γίνεται παιδικό. Και εσύ εκεί, ανεβοκατεβαίνεις για να του πας το πρωινό, νερό, τα παιχνίδια που άφησε στο σαλόνι, να ανεβάσεις τα σιδερωμένα και να τα βάλεις στις ντουλάπες, να κατεβάσεις τα άπλυτα, να ανεβάσεις χαρτιά υγείας και οδοντόπαστα, να κατεβάσεις τα σκουπίδια, να ανεβάσεις το τάμπλετ, να πατήσεις ένα τρελομπαλάκι κατεβαίνοντας και να μετρήσεις με τα οπίσθια τα 17 σκαλάκια, να τα ανέβεις το βράδυ έχοντας το παιδί στον σβέρκο, να σφηνώσει το σαΐνι σου πόδι και κεφάλι στα προστατευτικά κάγκελα που έχεις βάλει, να δείχνεις κάθε ΜΑ ΚΑΘΕ φορά στη μάνα σου όταν έρχεται επίσκεψη πώς ανοίγει ΚΑΙ η πάνω ΚΑΙ η κάτω καγκελόπορτα, να ουρλιάζεις στα πιτσιρίκια που έρχονται για παιχνίδι να μην πηδάνε πάνω από τα κάγκελα και να μην τρέχουν στις σκάλες, να θυμάσαι την ώρα που έχεις ξαπλώσει στο λατρεμένο σου κρεβατάκι και ερωτοτροπείς με μαξιλάρι και πάπλωμα ότι ξέχασες να βγάλεις τον κιμά από την κατάψυξη, το θερμοσίφωνα ανοιχτό και τα ρούχα μες στο πλυντήριο (τι σκατά έκανες όλη μέρα;) και πρέπει να σηκωθείς και να ξανακατέβεις τα 17 σκαλιά για 17η φορά μέσα στη μέρα, όπου είναι και χειμώνας και ξεχνάς να βάλεις και κάλτσες και παθαίνουν και κρυοπαγήματα οι πατούσες σου στο κατεψυγμένο μάρμαρο. Και φυσικά πριν προλάβεις να κάνεις αυτά που κατέβηκες να κάνεις, ξυπνάει από εφιάλτη το παιδί και ουρλιάζει σα Νάζγκουλ μες στη νύχτα και εσύ ανεβαίνεις σχεδόν αιωρούμενη σαν την γκόμενα του Ντράκιουλα τα 17 γαμώσκαλα και σιχτιρίζεις. Πολύ. Γιατί όχι μόνο δεν έχεις φτιάξει τον κώλο της Τζένιφερ, αλλά έχεις διαλυμένα γόνατα και μπούτια Αποστολάκη.

Πάνω κάτω σου έχει ανοίξει πάλι η όρεξη, χώνεψες πριν από την ώρα σου. Αλλά δεν ξανακατεβαίνεις. Στο μυαλό σου παίζουν εικόνες από το ψυγείο. Από το στομάχι σου ακούγονται τα ουρλιαχτά της κολάσεως. Όμως πόδια και πατούσες κάνουν την επανάστασή τους, αναρχία σου λέει. Αρχίζεις να δαγκώνεις τους τοίχους. (Να κάνουμε ένα ευχάριστο διάλειμμα για διαφημίσεις και να τονίσουμε ότι αυτό είναι το μοναδικό ουσιαστικό καλό της μεζονέτας. Μπορεί να σου γλυτώσει αρκετά παραπανίσια κιλά από βραδινές εξορμήσεις στο ψυγείο-ντουλάπι με καλούδια.) Και τελικά την επόμενη τρως ΦΑΚΕΣ αντί για μπιφτέκια. Και ξεπετσιάζεσαι μόλις πας να ανοίξεις το ζεστό νερό. Και ξαναπλένεις τα ρούχα στο πλυντήριο που βρωμάνε μουχλίλα για 4η φορά. Και σκέφτεσαι. Δεν ήξερα. Δεν ρώταγα; Κάνε ένα ρημάδι ποστ στο ρημαδοφέις σε κάμποσες ρημαδομάδες. Είναι βολική η μεζονέτα για μια οικογένεια; ΟΧΙ ΦΙΛΕ. ΟΧΙ.