Γλυκό μου παιδί,
Είναι τόσα αυτά που θέλω να σου πω και δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω. Θυμάμαι την πρώτη φορά που σε συνάντησα, πόσο με εντυπωσίασε η διακριτική παρουσία σου. Πόσο με κέρδισε αυτό το ειλικρινές και ζεστό βλέμμα σου. Το ζεστό σου χαμόγελο και ο καλός λόγος που είχες για όλους. Ένα ανήσυχο πνεύμα με ιδανικά, εφηβικά ιδεώδη και πεποιθήσεις που σχηματίζονταν η μία πιο στέρεη και προσγειωμένη από την άλλη. Σε θυμάμαι να χαζεύεις και να ονειροπολείς για στιγμές μα και για ώρες. Είναι όμορφο να ονειρεύεσαι.
Δεν είχα την ευκαιρία να σου πω πόσο περήφανη ένιωθα για σένα από τη μέρα που σε γνώρισα. Φαινόσουν από τότε πως ήσουν ένα άστρο. Από αυτούς τους ανθρώπους που γνωρίζεις πως θα τους συναντήσεις χρόνια αργότερα και θα καμαρώνεις πως τους έχεις δει από κοντά, πως ίσως κλέψεις λίγο από τη λάμψη που θα αποκτήσουν. Κάποιες φορές μπορείς να δεις τη θετική προοπτική στον άλλο ακόμα κι αν δεν έχει ακόμα τελειώσει το σχολείο.
Μα ενώ εσύ έδινες τα πάντα στους γύρω σου και φώτιζες τον κόσμο με το καθαρό μυαλό σου, κάποιοι δικοί σου δε σε έβλεπαν. Κι ενώ εσύ χαμογέλαγες ζεστά και με κατανόηση σε όλους κι έδειχνες πως το μυαλό και η καρδιά σου έχει μία θέση για τον καθένα σε αυτό τον κόσμο, οι δικοί σου αγαπημένοι δε σε δέχθηκαν. Σε αρνήθηκαν. Δε σε ένιωθαν, δε σε άκουγαν. Έπνιγαν τη φωνή που έβγαινε από μέσα σου. Κι όταν η φωνή αυτή έγινε πια ορμητικό κύμα και έψαχνε να βρει αποδέκτες παραπέρα, εκείνοι τη φίμωσαν ακόμα περισσότερο, προσπάθησαν να κλείσουν τα δικά τους μάτια σε μια αλήθεια που δεν ήθελαν να παραδεχθούν και επέβαλαν να κλείνουν τα μάτια των άλλων για να αρνηθούν μια πραγματικότητα. Το βάρος σε πλάκωνε, το αδιέξοδο μεγάλωνε κι εσύ ασφυκτιούσες. Η φωνή σου έγινε χείμαρρος, δε χρειαζόταν να μιλάς, σε νιώθαμε πλέον.
Τα μάτια σου έδειχναν εγκλωβισμένα. Ένιωθες τόσο φυλακισμένη μέσα σε ένα σώμα που δεν είχε την εικόνα που βίωνες. Μεγάλωνες αγόρι μέσα σε κοριτσίστικο κορμί. Μια φυλακή σε εξέλιξη, ανελέητη που ο καθρέφτης είναι ο ίδιος μια απειλή. Όσο το σώμα άνθιζε, εσύ μαράζωνες. Όσο η φωνή μέσα σου θέριευε, εκείνοι τη φίμωναν. «Τι νόημα να είχε η ζωή;» σκέφτηκες. Τι να την έκανες άραγε χωρίς διέξοδο, σε λάθος σώμα;
Τα βλέμματα γύρω σου πολλά. Οι ψίθυροι ακόμα περισσότεροι. Ξέρεις, δε χρειάζεται καν να τους ακούσεις. Τους νιώθεις, όπως νιώθεις το σφυγμό και την ανάσα σου. Δεν τολμούν να σου μιλήσουν κι όσοι έχουν το θράσος να ανοίξουν το στόμα τους είναι μόνο για να ξορκίσουν το «κακό», το άγνωστο, που οι ίδιοι φοβούνται. Κι εσύ, δεν τους κάκιζες για αυτές τις απρέπειές τους. Τους κατανοούσες. Τους δικαιολογούσες, έλεγες «δε γνωρίζουν τι κάνουν», και προσπαθούσες και πάλευες για το αυτονόητο, για την ελευθερία να εκφράσεις αυτό ακριβώς που ένιωθες εδώ και χρόνια μέσα σου. Θες να τινάξεις από πάνω σου τη γυναικεία παρουσία. Θες να διώξεις από πάνω σου κάθε τι θηλυκό. Γιατί αυτός είσαι. Ένας άντρας φυλακισμένος σε γυναικείο κορμί. Θες να απελευθερώσεις τις σκέψεις σου, να ξεκλειδώσεις με λόγια και πράξεις την καρδιά σου, να γίνεις ένα αποδεκτό άτομο όπως ακριβώς αποδέχεσαι κι εσύ τους άλλους.
Εξακολουθείς να έχεις καρδιά.
Εξακολουθείς να έχεις αισθήματα.
Εξακολουθείς να είσαι άνθρωπος.
Εξακολουθείς να είσαι το ίδιο άτομο με αυτό που ήσουν μέχρι χθες.
Τίποτα δεν άλλαξε μέσα σου. Μόνο εξωτερικά θα επιθυμούσες πολύ να συμβαδίζει αυτό που νιώθεις, με αυτό που βλέπεις στον καθρέφτη.
Και μια μέρα το τόλμησες! Ζήτησες από τον κόσμο να σε φωνάζουν με το όνομά σου! Αυτό που εσύ διάλεξες για τον εαυτό σου! Αυτό που μαζί του θα απελευθερωνόσουν, θα έσπαγες τα δεσμά σου, θα ξεχυνόταν στον κόσμο όλη σου η λαμπρή προσωπικότητα. Μα αντί αγκαλιά, δέχθηκες χέρια που σε φίμωναν, που σε έπνιγαν, που σε έκρυβαν, που σε έθαβαν.
Να πω πως δεν τους καταλαβαίνω; Δε θα πω ψέματα. Κι εγώ σοκαρίστηκα όπως οι άλλοι. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ πως μπορεί ένας άνθρωπος να δυσφορούσε τόσο πολύ μέσα στο σώμα του. Ναι, σοκαρίστηκα, αυτή είναι η αλήθεια. Μα μετά την πρώτη σκέψη ήρθε η δεύτερη, κι αυτή ήταν η ματιά σου, το βλέμμα σου, το χαμόγελό σου. Αυτό δε θα άλλαζε σε καμία περίπτωση. Και μετά ήρθε κι άλλη σκέψη –τρίτη– πως το υπέροχο μυαλό σου θα είναι πάλι το ίδιο. Χαμογέλασα ευχαριστημένη. Δεν είχα τίποτα να φοβάμαι από σένα. Θα ήσουν πάντα το ίδιο υπέροχο άτομο που γνώρισα. Θα είχες πάντα τις ίδιες ικανότητες. Θα εξακολουθούσες να είσαι ΕΣΥ! Κι αυτό εμένα με κάνει χαρούμενη. Η μεγάλη διαφορά είναι πως αν σε άφηναν να ολοκληρώσεις τις σκέψεις σου για την εξωτερική σου εικόνα και εμφάνιση, θα γινόσουν και ευτυχισμένο άτομο παράλληλα. Αυτό θα έκανε και εμένα να νιώθω περήφανη για σένα και να σε καμαρώνω.
Ξέρω πως δεν είχες τη δυνατότητα τότε να εκφράσεις αυτό που ένιωθες. Ξέρω πως ίσως ακόμα να πάρει χρόνια για να γίνει πλήρως αποδεκτό από την κοινωνία. Μα σήμερα έγινε το πρώτο βήμα. Σήμερα, σου είπα εγώ τις σκέψεις που δεν τόλμησα να σου πω τότε. Σήμερα κι εσύ έχεις πια το δικαίωμα να επιλέξεις πώς θες να σε βλέπουν οι άλλοι, χωρίς να πνίγεις τη φωνή σου.
Σήμερα χαίρομαι μαζί σου!
Προχώρα!

Αφιερωμένο στον Χ. που κάποτε άκουγε στο όνομα Ελπίδα, μαζί με όλη μου την αγάπη.