«Ο Διαμαντής ήτανε ο μοναχογιός της κυρά Τασούλας, της παιδικής φίλης της μάνας μου. Ένα στενό δρομάκι χώριζε τα σπίτια μας. Πάντα θυμάμαι με αγάπη την κυρά Τασούλα. Γλυκιά γυναίκα, καλοσυνάτη, πάντα χαμογελαστή. Από παιδί μπαινόβγαινα στο σπίτι τους κι εκείνη μ’ έκανε να νιώθω σα το σπίτι μου. Κάθε τόσο μας εφώναζε με τον Διαμαντή να κολατσίσουμε. Το πιο ωραίο κολατσιό ήτανε ψωμάκι φρέσκο ζυμωτό, αλειμμένο με βούτυρο και ζάχαρη. Με τόσο παιχνίδι θέλαμε λέει κάτι να μας στέσει. Κι εμείς το τρώγαμε στο πόδι και γλύφαμε και τα δάχτυλά μας κι ύστερα τρέχαμε να συνεχίσουμε το παιχνίδι. Ωραία χρόνια, ξέγνοιαστα! Μα λίγο καιρό κράτησε η ξεγνοιασιά μας…


Ύστερα ήρθε ο πόλεμος. Μεγαλώσαμε απότομα. Όμως μέσα στα σκοτάδια του πολέμου εγώ κι ο Διαμαντής είχαμε το δικό μας φως. Τον έρωτά μας! Μού ‘χε πει πως μόλις τελειώσει ο πόλεμος θα με ζητήσει από τον κύρη μου. Ήθελε λέει να κάμουμε τέσσερα κοπέλια. Δυο αρσενικά, δυο θηλυκά. Ούτε κείνος, ούτε γω είχαμε αδέρφια και λαχταρούσαμε μια μεγάλη οικογένεια. Όμορφα ήταν τα όνειρά μας! Μα μας τά ‘κλεψαν και δαύτα.

Μια νύχτα ο πατέρας του ακολούθησε τους αντάρτες στο βουνό και πήρε μαζί του και τον Διαμαντή μου. Δεν πρόκαμα μηδέ να τονε χαιρετήσω. Μέρες και νύχτες έμεινα κλεισμένη στην κάμαρή μου παρέα με λυγμούς. Από τότε που γεννήθηκα δεν υπήρχε μέρα της ζωής μου που να μην είναι κοντά μου ο Διαμαντής. Πώς να μάθω ξαφνικά να ζω μακριά του; Πώς να βαστάξω να μην κατέχω ίντα κάνει; Θ’ αντέξει εκεί στο κρύο; Θα υποφέρει;

Εκείνη τη νύχτα δεν είχα ύπνο. Καθόμουνα στο κρεβάτι και ξάνοιγα τον τοίχο. Αυτός ήταν ολόασπρος μα ‘γω έβλεπα τη μορφή του Διαμαντή μου, να με θωρεί και να μου ψιθυρίζει λόγια αγάπης. Ένα χτύπημα στο τζάμι μού ‘κοψε το αίμα. Κοίταξα στο παραθύρι τρομαγμένη μα ήταν πίσσα μαύρο το σκοτάδι όξω. Ιδέα μου θά ‘ταν. Πάει μου σάλεψε από τη στεναχώρια σκέφτηκα, μα ένα δεύτερο χτύπημα μ’ έκανε να σηκωθώ από τη θέση μου και ν’ ανοίξω το τζάμι. Και τότε μέσα στη νύχτα είδα το πιο λαμπρό φως! Τον Διαμαντή μου να μου γνέφει. Δέκα χρόνια ζωή πήρα κείνη την ώρα! Μ’ ένα σάλτο βγήκα από το παραθύρι και βρέθηκα στη ζεστή του αγκάλη. Με γέμισε φιλιά και χάδια κι εγώ τον ξάνοιγα καλά καλά για να σιγουρευτώ πως ήτανε αληθινός, πως δεν ήταν η φαντασία μου πάλι που μού ‘παιζε παιχνίδια. Τον πήρα από το χέρι και τον τράβηξα στο πλυσταριό πού ‘χαμε στην αυλή. Έριξα μπροστά και την κουρελού να μη φαινόμαστε απ’ όξω. Άναψα τον λύχνο και κάθισα αντίκρυ του. Πόσο αλλιώτικος ήτανε σε τόσο λίγο καιρό! Άγρια γένια είχανε καλύψει το βελούδινό του πρόσωπο, τα μάτια του από κάτω είχανε βαθουλώσει, ήτανε αδύνατος πολύ και τα βρώμικα ρούχα έπλεαν απάνω του. Όμως στα μάτια του είχε μια σπίθα. Πίστεψα πως ήταν από την χαρά του που με είδε, μα δεν ήτανε μόνο αυτό…
Μου είπε πως δε βαστούσε άλλο μακριά μου γι’ αυτό έφυγε κρυφά, την ώρα που οι άλλοι κοιμότανε, ίσα για λίγο να με δει και πριν ξημερώσει να γιαγείρει. Δε σκέφτηκε πως μπορεί να τονε πάρουνε χαμπάρι οι κατακτητές και να προδώσει τους δικούς μας άθελά του. Δε σκέφτηκε πράμα. Μόνο να μ’ ανταμώσει είχε στο νου του. Κι ύστερα μου μίλησε ώρα πολλή για τους αντάρτες, για τα σχέδιά τους, για τον τρόπο που τα βγάζουν πέρα. Κι αυτή η λάμψη στη ματιά του όλο και δυνάμωνε. Είχε αφιερώσει τη ζωή του ολάκερη πια στην πατρίδα. Για μένα είχε μόνο αυτή τη νύχτα. Μια νύχτα μόνο μπορούσε να μου δώσει κι αυτή μισή. Θύμωσα. Το κάτεχα πως δεν έφταιγε κείνος μα ‘γω θύμωσα. Γιατί είδα πως ήταν ενθουσιασμένος μ’ αυτή την ιστορία. Εγώ μάτωνα κι εκείνος… Μου ζήτησε να τον περιμένω, να κάνω υπομονή και να τον αγαπώ. Για μένα όμως είχε μόνο αυτή τη νύχτα να ξοδέψει. Μια νύχτα κι ύστερα έπρεπε να τρέξει μακριά μου και ποιος ξέρει αν θα τον έβλεπα ποτέ ξανά. Το δέχτηκα, κάτεχα καλά πως κανείς μας δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Και μετά ηρέμησα κι αφέθηκα στα χάδια του. Σκέφτηκα πως αφού μια νύχτα μας έμενε μόνο, ας είχαμε καλές μνήμες από δαύτη. Και γίνηκα ζυμάρι στα χέρια του και τον άφησα να με πλάσει όπως ήθελε κείνος.

Ένας γλυκός μα ύπουλος ύπνος μας τύλιξε και μας ξεγέλασε. Δεν κατάλαβε κανένας από τους δυο μας πότε ξημέρωσε. Πρώτος εκείνος αντίκρισε το φως της αυγής και πετάχτηκε απάνω. Τον ακολούθησα. Βάλαμε γρήγορα τα ρούχα μας, μ’ αγκάλιασε σφιχτά και μ’ ένα δυνατό φιλί μ’ αποχαιρέτησε. Εγώ έμεινα εκεί με σφιγμένα τα μάτια να προσεύχομαι για κείνον. Μα τότε δυο τουφεκιές σταμάτησαν την καρδιά μου. Δυο τουφεκιές ακούστηκαν τόσο κοντά… Δεν μπόρεσα να κουνηθώ για ώρα. Είχα μαρμαρώσει. Προσπάθησα, τ’ ορκίζομαι προσπάθησα, μα δεν με πήγαιναν τα πόδια μου! Όταν κατάφερα να βγω στην αυλή παραπατώντας με λυμένα γόνατα, σε μια στιγμή στράγγιξε όλο το αίμα από μέσα μου. Όχι δε γίνεται νά ‘ταν αλήθεια αυτό που αντίκρισα… Η κυρά Τασούλα σπάραζε κρατώντας στην αγκαλιά της το άψυχο σώμα του μοναχογιού της. Αίμα, παντού αίμα. Του Διαμαντή μου το αίμα!

Δε θυμούμαι τίποτα άλλο από κείνη τη μέρα. Ούτε κι απ’ τις επόμενες… Θυμούμαι όμως πολύ καλά την πρώτη φορά που ένιωσα το μωρό μας να σαλεύει μέσα μου! Εκείνη τη μέρα ξαναγεννήθηκα. Και να που αυτή η μια νύχτα τελικά δεν ήταν τόσο λίγη όσο πίστευα τότε.
Μια νύχτα μόνο ήταν αρκετή για να ‘ρθεις στον κόσμο κόρη μου! Και τώρα που φεύγω εγώ, θέλω να ξέρεις όλη την αλήθεια για τον πατέρα σου και να με συγχωρέσεις. Μα μη κλάψεις για μένα! Εγώ πάω με χαρά να βρω τον Διαμαντή μου. Και τώρα δε θά ‘μαστε μαζί για μια νύχτα μόνο, αλλά για πάντα! Αντίο κόρη μου…»