Οι νύχτες στο κουτούκι του κυρ – Στέφανου ήταν ίδιες κι απαράλλαχτες.
Κούρδισμα το μπουζούκι το σούρουπο, λίγο κρασί από το βαρέλι, οι κοπελιές να καθαρίζουν το χοροστάσι κι οι ντελικανήδες να ξεκινάν τις χαιρετούρες.
Κάθε νύχτα, μούδιαζαν τα δάχτυλά μας από τις πενιές, μούδιαζε κι ο ουρανίσκος μας από το κρασί. Όλες οι νύχτες, ίδιες κι απαράλλαχτες.
Με εξαίρεση, εκείνη την παγωμένη, Δεκεμβριανή νύχτα.

Στην αρχή δεν την πρόσεξε κανείς καθώς μπήκε και σωριάστηκε στο πρώτο τραπέζι που βρήκε άδειο. Θα λεγες ότι ήταν καμιά του δρόμου που αποζητούσε ένα κομματάκι ψωμί να βάλει στο στομάχι της. Είχε κάτι το βλέμμα της όμως, έμοιαζε σμιλευμένο με ατσάλι, χορτασμένο από φουρτούνες. Παρήγγειλε κρασί και μία φέτα ψωμί με ντομάτα και ελιές. Το κεφάλι της χαμηλωμένο, να μην την μελετάνε τα λόγια των ανδρών γύρω της.
Με το που ρίξαμε το πρώτο τραγούδι, σήκωσε το βλέμμα της και το έριξε πάνω μου. Στην αρχή σάστισα, το μπουζούκι παραλίγο να μου πέσει από το χέρι κι έπρεπε να μου ρίξει σκαμπίλι ο Μάκης για να ισιώσω.
«Ξύπνα ρε λαμόγιο, παίζουμε!»
Το πρώτο τραγούδι κύλησε με δυσκολία, το δεύτερο το ίδιο. Στο τρίτο, κατέβασε το κρασί μονορούφι κι έφυγε όσο αθόρυβα μπήκε.

Κανείς δεν την ήξερε, όλοι μου απαντούσαν το ίδιο αόριστα. Ήταν μία γυναίκα που, αν την έβλεπα στον δρόμο, δεύτερο βλέμμα δε θα της έριχνα. Είχα πατήσει τα εικοσιπέντε κι ήδη ήμουν περιζήτητος εργένης στην γειτονιά. Κοπελούδες σαν τα κρύα τα νερά, με παρακολουθούσαν κάθε πρωί σαν κούρδιζα το μπουζούκι μου στην αυλή του σπιτιού.
Και το αστείο είναι, ότι δεν μου άρεσε αυτή η γυναίκα. Ήταν πατημένη σαραντάρα σίγουρα χωρίς κανένα σουλούπωμα. Αλλά όλη η παραξενιά της, με κάποιον διαολεμένο τρόπο, με είχε κερδίσει.

Το επόμενο βράδυ ήταν πίτα το μαγαζί γιατί γιόρταζε το αφεντικό. Είχε φέρει το καλύτερο κρασί απ’ το αμπέλι του κι όλοι οι παρατρεχάμενοι είχαν έρθει να γιορτάσουν μαζί του. Τραπέζι αδειανό δεν υπήρχε κι όλο είχα στο μυαλό μου ότι, αν έρθει αυτή η γυναίκα, δε θα βρει να κάτσει. Κι όμως, κάπου στην μέση του γλεντιού, να σου τη πάλι να στέκεται όρθια, με ένα ποτήρι στο χέρι και να παρακολουθεί. Το αδειανό της βλέμμα δεν ήξερα αν κοιτούσε εμένα ή το άπειρο, πίσω μου. Την έβλεπα να μαγκώνεται, να σφίγγει το ποτήρι σαν να ήταν φυλαχτό και να κουνιέται νευρικά. Κάποια στιγμή, παράτησα το μπουζούκι και σηκώθηκα να της μιλήσω.
Με το που με είδε, πέταξε το ποτήρι και έφυγε έξω σαν σίφουνας. Προσπάθησα να την ακολουθήσω αλλά με τον κακό χαμό στο μαγαζί, ήταν ήδη αργά.

Πέρασαν δύο νυχτιές, δύο νυχτιές έρημες γιατί αυτή δεν εμφανίστηκε. Το πρόγραμμα κυλούσε, το μπουζούκι δάκρυζε και δάκρυζα κι εγώ μαζί του. Ποια να ήταν αυτή η γυναίκα που με είχε αναστατώσει; Γιατί κάθε πρωί ξυπνούσα με ένα ανεπαίσθητο χάδι στο μάγουλό μου ενώ τόσα και τόσα χρόνια κοιμόμουν μόνος μου; Ακόμα και στο ορφανοτροφείο, δεν ήθελα κανένα παιδί δίπλα μου. Μόνος μου, εγώ και το μαξιλάρι μου.

Παραμονές Χριστουγέννων θα στήναμε γλέντι στο μαγαζί και μετά θα κλείναμε για τις γιορτές. Η θλίψη με είχε φάει και το μόνο που ήθελα ήταν να κλειστώ σπίτι μου και να μην δω κανένα.
Κάλεσα το αφεντικό να του πω να βρει άλλο μπουζούκι αλλά με στόλισε με τόσες βρισιές που δεν είχα άλλη επιλογή. Φόρεσα το κοστούμι μου, άρπαξα τ’ όργανο μου και βγήκα στο καταχείμωνο. Τα βήματά μου άφηναν σημάδι στο παγωμένο δρόμο και σκόρπιες εικόνες από την παιδική μου ηλικία ήρθαν κι έστησαν καρτέρι στο μυαλό μου.
Μία μεγάλη πόρτα να κλείνει απότομα.
Ένα χέρι να με κρατάει και να με αφήνει.
Δάκρυα απανωτά και πολλά γιατί.

Κι όταν έφτασα στο μαγαζί δεν μιλούσα σε κανέναν. Κούρδισα το όργανο, έκατσα στη θέση μου και περίμενα. Η βραδιά κυλούσε ευχάριστα μόνο που εγώ δεν πανηγύριζα. Απλά έπαιζα κι έκλεινα τα μάτια.
«Γιώργη, το κομμάτι σου», άκουσα τον Μάκη να λέει δίπλα και πήρα δύο βαθιές ανάσες.
Τα δάχτυλα μου κύλησαν μόνα τους κι άρχισαν να παίζουν το αγαπημένο μου ζεϊμπέκικο. Κανείς δεν χόρευε, κανείς δεν τραγουδούσε, κανόνας του αφεντικού.

Μόνο μία παράξενη γυναίκα, ατημέλητη, φτωχικά ντυμένη, βγήκε μπροστά κι άρχισε, αψηφώντας νόμους και κανόνες, να χορεύει. Κι όσο εγώ την έβλεπα τόσο δυνατότερα έπαιζα. Κι όσο αυτή με έβλεπε, τόσο περισσότερο δάκρυζε και χόρευε.
Κι όταν το τραγούδι τελείωσε, οι τελευταίες του νότες έμειναν μετέωρες στον αέρα.
Η γυναίκα έτρεξε να φύγει αλλά την πρόλαβα στην είσοδο. Της έπιασα το χέρι και την γύρισα προς εμένα.

«Συγνώμη…», πρόλαβε να μου πει και μετά μου φίλησε το μέτωπο.
«Ποια…»
«Δεν έπρεπε ποτέ να σε δώσω Γιώργη μου, ποτέ. Κάθε νύχτα το μετανιώνω, κάθε βράδυ σε λησμονάω. Σε έβλεπα από μακριά να μεγαλώνεις, να ομορφαίνεις, να γίνεσαι αντράκι σωστό. Εσύ και το μπουζούκι σου. Μέχρι που δεν άντεξα, λύγισα και τόλμησα να έρθω από κοντά».
Οι σκόρπιες εικόνες ενώθηκαν και το κουτσουρεμένο παζλ απέκτησε μορφή.
«Μάνα… εσύ. Γιατί με άφησες, γιατί τόσο καιρό, γιατί-»
«Έχεις ερωτήματα, έχω απαντήσεις. Μόνο ένα πράγμα σου ζητώ πριν στις δώκω».
Γονάτισε κι έσφιξε τα δυο μου χέρια.
«Θα με συγχωρέσεις;»
Το μυαλό μου είχε κατακαθίσει και δεν με άφηνε να σκεφθώ. Θυμός κι οργή άρχισαν να αναδύονται αλλά μετά όλα έγιναν σκόνη. Γιατί τότε, θυμήθηκα αυτό το ανεπαίσθητο χάδι τα πρωινά στα μάγουλά μου.
«Σήκω. Η μάνα του Γιώργη δεν γονατίζει. Σήκω, βάλε κρασί, κι έλα να μου τα πεις».