Κάπως το έλεγαν στις αρχαίες τραγωδίες αυτό να δεις… Α ναι, από μηχανής Θεός! Αυτό ήταν εκείνη τη μέρα το σουβλατζίδικο του “Μπάμπη” για την Καιτούλα. Και με μια “πίτα γύρο από όλα” ξεκίνησε το δράμα, για να έρθει η κάθαρση που τόσο είχε ανάγκη. Γιατί ναι, ακόμα και ένα ταπεινό, λαϊκό σουβλάκι μπορεί να αλλάξει ανθρώπινες ζωές και ας μην είναι τόσο ποιητικό.

“Σε παρακαλώ…Σε ικετεύω… Βγάλε με από το βάσανο μου! Πες μου, με απατάς; Εγώ σε αγαπάω ρε Καιτούλα! Σε αγαπάω πιο πολύ και από τη ζωή μου και ας μην το δείχνω! Πες μου…Πες μου που πας..; Πες μου πριν μου στρίψει…” της έλεγε συντετριμμένος και εκείνη ήθελε να βάλει τα γέλια και τα κλάματα μαζί για όλα όσα είχαν μεσολαβήσει τις τελευταίες εβδομάδες.

Τα ψέματα η Καιτούλα δεν τα γούσταρε, γι’αυτό και δεν τα έλεγε. Ίσως να έφταιγε που δεν είχε το ταλέντο να το κάνει σωστά. Από παιδί όποτε ετοιμαζόταν να πει ένα ψέμα, κάτι στην έκφραση του προσώπου της, την πρόδιδε. Λες και την ώρα εκείνη άναβε μια ταμπέλα νέον από πάνω της που έγραφε “ψεύτρα”. Αποφάσισε έτσι να είναι ειλικρινής στη ζωή της. Και το είχε τηρήσει, μέχρι εκείνο το μεσημέρι του Ιουνίου.

Δεν ήταν η πείνα, δεν ήταν η κούραση, δεν ήταν ούτε και η αφόρητη ζέστη που την είχαν σπρώξει εκείνο το μεσημέρι να μπει στο σουβλατζίδικο απέναντι από το γήπεδο. Ήταν αυτή η γαμημένη η ανάγκη να φάει μια φορά σαν άνθρωπος! Να φάει καθιστή, χωρίς φασαρία και χωρίς διακοπές. Αυτό κυρίως. Χωρίς συνεχείς διακοπές.

Και ήταν τόσο γλυκιά αυτή η αναλαμπή της πάλαι ποτέ ζωής της, που θέλησε να την κρατήσει δική της. Στην τελική δεν έκανε και τίποτα κακό…Ένα σουβλάκι και μια μπίρα μακριά από την οικογένεια της πόση αμαρτία μπορούσαν να χωρέσουν;

Ντουβρουτζάς κόντεψε να τους έρθει όταν σχεδόν εννιά χρόνια πριν ο γυναικολόγος είχε αναφωνήσει ενθουσιασμένος, “είναι δύο οι καρδιές!”
-Τι θα πει είναι δύο οι καρδιές? Είναι καλά το μωρό γιατρέ;
-Τα μωρά! Είναι δύο τα μωρά. Και μάλιστα στον ίδιο σάκο. Έχετε ιστορικό διδύμων στην οικογένεια;
-Όχι ρε γιατρέ. Είσαι σίγουρος;
-100%. Να δείτε και μόνοι σας,
είπε και κόλλησαν και οι δυο σοκαρισμένοι την μούρη τους στην οθόνη του υπερήχου.

Και μετά τον αρχικό πανικό, ήρθε η λογική και η αγάπη να πρυτανεύσουν. Τι ένα, τι δύο; Θα ξεμπέρδευαν με τη μια. Τι σήμαινε δεν είχαν γιαγιάδες κοντά να βοηθήσουν; Θα άφηνε η Καιτούλα τη δουλειά της και όλα καλά θα πήγαιναν. Καριέρα σαν πωλήτρια άλλωστε δεν θα έκανε και το συνεργείο πήγαινε όλο και καλύτερα, παρά την οικονομική κρίση που αχνοφαινόταν. Θα τα κατάφερναν οι δύο τους, αρκεί να ήταν ενωμένοι. Τέτοια έλεγαν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Τέτοια και περίμεναν με ανυπομονησία τα παιδιά του έρωτα τους να γεννηθούν.

Και ύστερα ήρθε η πραγματικότητα να τους χτυπήσει την πόρτα και η κούραση να τους αποτελειώσει. Τα αγαπούσε τα παιδιά της η Καιτούλα. Να έπεφτε φωτιά να την κάψει αν έλεγε κάτι άλλο. Αυτό που δεν ήταν τόσο σίγουρη αν αγαπούσε πλέον, ήταν αυτό που είχαν γίνει και εκείνη και εκείνος μετά τα παιδιά. Λες και τα δύο αγόρια βγήκαν από την κοιλιά της με δύο Καλάσνικοφ και από το πρώτο δευτερόλεπτο άρχισαν να πυροβολούν ανελέητα τη μεταξύ τους σχέση. Εκείνη πνιγμένη να προσπαθεί να ανταπεξέλθει σε όλα αυτά που η γενιά της θεωρούσε ψυχαναγκαστικά “σωστή ανατροφή” και εκείνος κουρέλι να χτυπάει δωδεκάωρα στο συνεργείο για να μην τους λείψει τίποτα. Πρώτη έτσι πυροβολήθηκε και έπεσε άδοξα η λίμπιντος τους. Και δίπλα στο πτώμα της ξάπλωσε στη συνέχεια η τρυφερότητα, για να ακολουθήσει η επικοινωνία και η ειλικρίνεια. Και όσο τα πτώματα πλήθαιναν, ετοιμαζόταν να πέσει υπέρ πίστεως και η ίδια η “πίστη”.

Τον “απάτησε” έτσι μ’ ένα πιτόγυρο και μια μπίρα Και όπως κάθε απιστία, ξεκίνησε για “μια φορά” και έγινε ενοχική συνήθεια. Μια φορά έτσι την εβδομάδα, την ώρα που τα καμάρια της έκαναν προπόνηση, εκείνη έτρωγε το σουβλάκι της αμαρτίας, εκεί στο σουβλατζίδικο του Μπάμπη. Του Μπάμπη, που ενώ απορούσε πως ένα σουβλάκι του, έφτιαχνε τόσο τη διάθεση αυτής της γυναίκας, ποτέ δεν βρήκε το θάρρος να τη ρωτήσει.

Αν την είχε ρωτήσει θα του έλεγε, πως το σουβλάκι του είχε αναστήσει ένα ένα τα πτώματα του παρελθόντος. Θα του έλεγε πως από το πρώτο κιόλας σουβλάκι, είχε αλλάξει η “όρεξη” της για τα πάντα. Πως αυτή την αλλαγή εκείνος την είχε αντιληφθεί αμέσως. Πως τον είχε προβληματίσει η ανεξήγητη καλή διάθεση της κάθε Τρίτη. Πως ενώ στην αρχή απολάμβαναν και οι δύο αυτήν την ανέλπιστη αναζωογόνηση της μεταξύ τους σχέσης, δεν άργησε να μπει στη μέση η ανασφάλεια. Σαν “καυτό” κύκνειο άσμα άρχιζε να μοιάζει σε εκείνον. Και όσο ο φόβος και η ανασφάλεια φούντωνε μέσα του , τόσο πιο απελπισμένα και έντονα γινόντουσαν τα βραδινά “σμιξίματα” τους, θυμίζοντας άλλες εποχές. Και εκείνη το απολάμβανε τόσο πολύ, που παράτεινε ανελέητα το μαρτύριο του. Ένιωθε πάλι γυναίκα εκτός από μάνα και σύζυγος. Και όλα αυτά μ’ ένα ταπεινό σουβλάκι με τζατζίκι.

Ώσπου ήρθαν οι ερωτήσεις. Και η αδυναμία της να πει ψέματα με σωστό τρόπο εκτροχίασε την κατάσταση, φέρνοντας την στην κορύφωση.

-Πες μου! Μην μου λες άλλο ψέματα! Το βλέπω στο πρόσωπο σου, πως κάτι μου κρύβεις! Δεν αντέχω άλλο…Πρέπει να ξέρω Καιτούλα! Που πας;;;; Τα παιδιά μου το είπαν. Η μαμά δεν κάθεται πλέον στο γήπεδο. Που πας Καιτούλα εκείνη την ώρα; Βλέπεις κάποιον άλλο;;; , την παρακαλούσε απελπισμένος
-Βρήκα μια κοπέλα να κρατάει κάποια βράδια τα παιδιά. Χέστηκα αν δεν είναι σωστό. Δεν παίρνει πολλά λεφτά. Το ξέρω πως δεν μας περισσεύουν… Αλλά θα το κάνουμε! Αν δεν το κάνουμε, δεν θα αργήσει αυτό που έβαλες με το νου σου. Θα την πάρω τώρα κιόλας τηλέφωνο, να κανονίσω να έρθει για δύο ώρες αύριο βράδυ!, απαίτησε αποφασιστικά εκείνη.
-Ότι θες. Ότι θες αρκεί να μου πεις την αλήθεια! , συνέχισε εκείνος κατάκοπος
-Αύριο βράδυ…Αύριο βράδυ θα σου πω. Εννιά το βράδυ έχουμε ραντεβού οι δύο μας, του ψιθύρισε στο αυτί αγκαλιάζοντας τον.
-Που θα πάμε μωρό μου; ρώτησε εκείνος μυρίζοντας τρυφερά τα μαλλιά της.
-Για σουβλάκια θα πάμε μπουμπούνα μου. Για σουβλάκια!