Εγκλωβισμένη στο υγρό της βασίλειο, η νεράιδα του βυθού κοιμόταν έναν αιώνιο ύπνο. Ξαπλωμένη σε ένα τεράστιο κοχύλι, με τα φύκια να την σκεπάζουν, δεν ήξερε ότι είχε πεθάνει. Το παραπλανητικό νανούρισμα των κυμάτων της χάιδευε τα αυτιά και αυτός ο ήρεμος ήχος την οδηγούσε σε όνειρα πλασματικά, σε κόσμους και καταστάσεις που ποτέ δεν είχε δει και όμως έμοιαζαν τόσο αληθινά όσο αληθινή φαίνεται και η πραγματικότητα. Έχοντας περάσει μέσα από το γυαλί ενός καθρέφτη, η νεράιδα του βυθού, ζούσε σε έναν κόσμο που είχε φτιαχτεί για εκείνη από τους θεούς του θανάτου, ενώ το πραγματικό της σώμα έλιωνε μέσα στην λίμνη στην οποία είχε πνιγεί.

Η νεράιδα όμως δεν ήταν ευτυχισμένη. Συχνά στεκόταν μπροστά από τον καθρέφτη, τον οποίο δεν μπορούσε να δει, και σκεφτόταν πως κάτι της έλειπε. Ήταν ένα συναίσθημα τόσο δυνατό αυτό που ένιωθε μέσα της που μερικές φορές γινόταν πόνος πραγματικός και της τσάκιζε το κορμί.

Αμυδρά μια μέρα, άκουσε μια μελωδία. Ήταν πολύ αχνός ο ήχος και στην αρχή νόμισε ότι το φαντάστηκε. Αλλά τον άκουσε ξανά. Ήταν μια μελωδία που διέφερε από τον ήχο που έκαναν τα κύματα, έναν ήχο που έμοιαζε με θλιμμένο βιολί. Αυτός ο καινούργιος ήχος έμοιαζε με αυτόν που κάνει ένα φλάουτο. Η νεράιδα του βυθού προσπάθησε να ακολουθήσει τον ήχο και εκείνος την οδήγησε μπροστά στον καθρέφτη. Η νεράιδα άπλωσε το χέρι της και για πρώτη φορά τα δάχτυλα της ένιωσαν το παγωμένο γυαλί. Τρομαγμένη τράβηξε το χέρι της πίσω, αλλά ο ήχος του φλάουτου είχε κυριέψει το μυαλό της. Έτσι σήκωσε ξανά το χέρι της και ακούμπησε τον καθρέφτη. Προσπάθησε να δει που τελειώνει αλλά το γυαλί φαινόταν να μην σταματάει πουθενά. Τότε η νεράιδα κατάλαβε πως βρισκόταν κλεισμένη σε ένα γυάλινο κουτί. Με όση δύναμη είχε έσπασε τον καθρέφτη, και αδιαφορώντας για τα ματωμένα χέρια της, πέρασε από την άλλη πλευρά. Μόλις το πόδι της πάτησε την πραγματικότητα, η ψυχή της ενώθηκε με το νεκρό κοιμισμένο σώμα και άνοιξε τα μάτια της.
Δεν μπορούσε να ανασάνει και το φλάουτο ακουγόταν όλο και πιο δυνατά τώρα, όλο και πιο κοντά της. Άρχισε να κολυμπάει απελπισμένα προς την επιφάνεια της λίμνης. Τα νύχια της γαντζώθηκαν στην λάσπη της όχθης και με δυσκολία προσπάθησε να τραβήξει τον εαυτό της έξω.

Κάτω από την θολά νερά, η νεράιδα μπορούσε να δει αμυδρά εκείνον που έπαιζε το φλάουτο. Ο νεαρός πρίγκιπας, καθισμένος στην άκρη της λίμνης και έχοντας κλειστά τα μάτια ήταν χαμένος στον κόσμο της μουσικής που ο ίδιος δημιουργούσε. Άκουσε τον θόρυβο των νερών και αντίκρισε την ματιά της νεράιδας του βυθού, πριν εκείνη εξατμιστεί στην πρώτη της ανάσα, από την επαφή της με τον αέρα. Ο πρίγκιπας ταράχτηκε, νομίζοντας πως εκείνη χάθηκε ξανά μέσα στον βυθό και αμέσως έπεσε στα νερά της λίμνης για να την βρει.

Καθώς τα λεπτά περνούσαν και ο πρίγκιπας προχωρούσε όλο και πιο βαθιά μέσα στην λίμνη, οι χτύποι της καρδιάς του άρχισαν να λιγοστεύουν μέχρι που σταμάτησαν τελείως.

Από τότε οι γοργόνες και οι νεράιδες των βυθών στέκονται έξω από το γυάλινο υδάτινο κλουβί του πρίγκιπα και τον ακούνε μαγεμένες να παίζει φλάουτο, περιμένοντας την νεράιδα του να γυρίσει σε εκείνον.