ΝΑ ΜΗ ΦΟΒΗΘΕΙΣ

Είδα ένα όνειρο χθες βράδυ. Είχα φύγει. Οριστικά. Με είδα να γυρίζω την πλάτη και να σε αφήνω πίσω. Χάθηκα μέσα στο σκοτάδι. Δεν ξέρω τι είχε προηγηθεί. Από κει με έπιασε το σκηνικό. Κάποτε η σκέψη και μόνο μπορούσε να με σκοτώσει, όμως χθες βράδυ δεν πετάχτηκα στον ύπνο μου. Περίμενα να δω τι θα γίνει παρακάτω. Την όψη του πόνου στο πρόσωπό σου, που τόσο αγαπάω να βλέπω να χαμογελάει, όμως, δεν την άντεξα. Πόνος, φόβος, δεν ξέρω. Ξύπνησα και άνοιξα το λάπτοπ. Θέλω να ξέρεις. Δεν ξέρω αν θα φύγω ποτέ, αλλά θέλω να ξέρεις, θέλω να σου πω. Αν έρθει ποτέ αυτή η ώρα που θα πρέπει να φύγω με όποιο τρόπο, για όποιο λόγο, θέλω, καρδιά μου, να ξέρεις. Θέλω να σου πω. Να σου πω ότι θα σου έλεγα στο όνειρο εκείνο.

«Να μη φοβάσαι που φεύγω, μωρό μου. Δεν φεύγω πληγωτικά. Όχι. Δεν θέλω να υποφέρεις. Όταν θα κοιτάζεις εκείνη τη γωνία στο μπαλκόνι του εξοχικού που καθόμουν και σε φωτογράφιζα σε μύριες ολόιδιες πόζες, μια εσένα και μια τη θάλασσα, θέλω να χαμογελάς με τον ίδιο τρόπο. Να μη φοβάσαι που δεν είμαι εκεί, μικρέ. Είσαι γεμάτος από την παρουσία μου. Πλέον είμαι έξω από την εξώπορτά σου. Δεν θα κάτσω ξανά οκλαδόν στη γωνία του καναπέ σου για να ζωγραφίσω. Δεν θα ξανακάτσω στο τραπέζι της κουζίνας για να γράψω. Δεν θα σου πρήζω τα συκώτια με 1.000.000 μηνύματα, σε κουβέντα να βρισκόμαστε. Πάρε απόφαση ότι αυτά δεν θα ξαναγίνουν και κάνε το γρήγορα για να μην πονάς. Δεν θα είμαι η ανάσα στην άλλη γωνιά της πόλης, δεν θα είμαι εκεί να νοιάζομαι για σένα. Θα συνεχίσεις χωρίς αυτό. Να μη φοβάσαι γιατί φεύγω και να μη θυμώνεις. Μπορείς να τα καταφέρεις μια χαρά χωρίς να είμαι εκεί τριγύρω. Το δοκιμάσαμε, θυμάσαι; Και παρότι ήταν ένα διάστημα σκληρό, ωστόσο επιβιώσαμε. Το ίδιο θα κάνεις και τώρα. Θα τα πας καταπληκτικά. Δεν ανησυχώ.

Να μη φοβάσαι τον τρόπο που θα φύγω, ψυχή μου. Θα φύγω ήσυχα, χωρίς πικρία, χωρίς θυμό. Μη μου θυμώνεις. Μη θυμώνεις. Κανένας δεν μένει για πάντα και από την ώρα που ξαναγυρίσαμε, που ξαναβρεθήκαμε σου το λέω και ξέρω πως τρομάζεις, αλλά ξέρεις πως δεν είμαι για πάντα πλέον. Το λες κι εσύ τόσο συχνά άλλωστε που το έμαθα κι εγώ «Για όσο…». Φεύγω γεμάτη από σένα. Από όλα όσα ήσουν, είσαι και θα είσαι για μένα. Η χαρά, η θλίψη, η μελαγχολία, η ηρεμία, η φωλιά, το χαμόγελο, η αγκαλιά, ο θυμός, ο πόνος, οι πληγές, τα γιατρικά, η αγάπη, ο έρωτας, ο πόθος, το πάθος, το «έλα!» και το «φύγε!» μου, η αιτία, η υπόσχεση που δεν δόθηκε ποτέ, η ζήλια, η φλόγα, η συγγνώμη, η συγχώρεση, το δάκρυ, η φωνή, ο ψίθυρος, τα σκοτάδια, το φως, η αντάρα, η έγνοια κι άλλα πολλά. Το φιλαράκι, ο εραστής, ο κολλητός, ο δικός, ο ξένος, ο εχθρός, ο καλός, ο κακός, το αγκάθι, η πέτρα, το τριαντάφυλλο. Τα βράδια στον καναπέ με ταινία, οι αγκαλιές και τα φιλιά και το μετά, το ξημέρωμα που δεν μοιραστήκαμε ποτέ ως τώρα, το λιόγερμα που μας βρήκε ένα καλοκαιρινό απόγευμα στην Αγία Μαρίνα, τα πέντε βράδια που κοιμηθήκαμε μαζί, ένα τριήμερο στο εξοχικό μου και ένα σαββατοκύριακο στο δικό σου με τα παιδιά, ένα σαββατοκύριακο στο εξοχικό οι δυο μας, η θάλασσα που μ’ έμαθες ν’ αγαπάω, η σπηλιά σου-η κρυψώνα μου, η αυλή σου με το πήλινο για τ’ αποτσίγαρα, τα τσιγάρα μου και ο καπνός που ξεφυσούσα να βγει απ’ τα πνευμόνια μου, ο καπνός που μύριζε η αναπνοή σου όταν με φίλαγες και βιαζόμουν μετά την τελευταία τζούρα να σε φιλήσω, γιατί λάτρευα την καπνισμένη σου ανάσα, η ανάσα μου. Φεύγω γεμάτη και σε αφήνω γεμάτο.

Οικειοθελώς δεν θα έφευγα ποτέ. Μα θέλεις ελευθερία. Δεν έχεις θάρρος να με διώξεις, μα το νιώθω. Δεν γίνεται να μείνω εν μέρει. Με ξέρεις. Όλα ή τίποτα. Φεύγω για να ανοίξεις τα φτερά σου όσο ακόμα ο χρόνος είναι με το μέρος σου. Να πετάξεις χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς έγνοιες. Φεύγω. Δεν μένω πίσω. Είσαι σε θέση να τα καταφέρεις χωρίς εμένα. Μη φοβάσαι. Μπορείς! Ξέρω ότι στο φευγιό μου πονάς. Το είδα. Αυτό είναι το τελευταίο. Να ξέρεις ότι σε αγαπάω, γι’ αυτό φεύγω. Θέλω να μείνω, όμως δεν είναι σε κανενός μας το χέρι. Να θυμάσαι ότι είσαι ένας άνθρωπος τυχερός, γιατί αγαπήθηκες πολύ. Σε αγαπάω με όλη τη ζεστασιά και όλη τη στοργή και την τρυφερότητα που μπορεί να υπάρχει μέσα σε μια καρδιά που κράτησες ζεστή τόσο καιρό, μια καρδιά που πάγωσες και ξαναζέστανες με τόσο κόπο. Σε αγαπάω με όλη τη δύναμη εκείνη που μου έδινες με τη σφιχτή αγκαλιά σου. Ήρθε η ώρα να φύγω. Δεν θα μου λείπεις, γιατί θα σε κουβαλάω μέσα μου. Δεν θα σου λείπω, γιατί θα με κουβαλάς κι εσύ. Γιατί έτσι είναι οι αγάπες. Κι από σένα, που δεν είσαι καλός, λες, στις τρυφερότητες, πήρα τόση αγάπη για να γεμίσω δυο ζωές. Σε είδα να τη χτίζεις χωρίς να τη βροντοφωνάζεις, χωρίς να την γεμίζεις φτιασίδια για να τη μοσχοπουλήσεις. Είσαι τελικά η μεγάλη μου αγάπη. Να το ξέρεις.»

Έι!! Ξύπνα!! Μη φοβάσαι. Μένω. Κι αυτό ήθελα να το ξέρεις επίσης. Μένω!

 

ΟΣΛΟ