Ξημέρωσε Παρασκευή. Απ’αυτές που σε φωνάζουν να βγεις να γελάσεις, να ξαναγίνεις παιδί.

Λες και μ’ έναν μαγικό τρόπο του έστειλα τη σκέψη μου, ανοίγει η πόρτα κι έρχεται τ’ αγόρι μου. Ετοιμαστείτε μου λέει σήμερα η μέρα είναι για βόλτα κι αποφάσισα να φύγω νωρίς από τη δουλειά.

Τα πιτσιρίκια ενθουσιάζονται κι εγώ τρέχω να ετοιμάσω. Όλα δείχνουν ότι θα είναι μια υπέροχη μέρα.
Αποφασίζουμε να πάμε στο εμπορικό με την υπαίθρια αγορά. Να μπορέσουν να παίξουν τα παιδιά κι εμείς απλά να απολαύσουμε τη λιακάδα. Ξεκινάμε τραγουδάμε γελάμε ακόμη θυμάμαι πόσο λαμπερός ήταν ο ήλιος πόσο γαλάζιος ο ουρανός.

Κοντεύουμε να φτάσουμε όταν θυμάται ότι ξέχασε το πορτοφόλι του. Εντάξει δεν έγινε κάτι έχει ΑΤΜ στο δρόμο μας πέντε λεπτά θα καθυστερήσουμε. Σταματάμε κι όντως σε λιγότερο από πέντε λεπτά έχει τελειώσει. Σε δυο λεπτά θα είμαστε εκεί. Και τότε πρώτα νιώθω το τράνταγμα. Μετά ακούω θορύβους σειρήνες κόρνες πανικό. Κοιταζόμαστε χωρίς να έχουμε καταλάβει τι συμβαίνει. Παρκάρουμε στην άκρη και μηχανικά ανοίγω το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου.

Βόμβα στο πάρκινγκ του εμπορικού, λέει ο εκφωνητής, του ίδιου εμπορικού που πηγαίναμε, αυτού του εμπορικού στου οποίου το πάρκινγκ θα βρισκόμασταν αν δεν είχε ξεχάσει το πορτοφόλι του.

Με θυμάμαι να μην μπορώ να ανασάνω. Κοιτιόμασταν χωρίς να μπορούμε να μιλήσουμε. Δεκαέξι νεκροί, δεκάδες οι τραυματίες συνεχίζει ο εκφωνητής. Σαν να ξυπνάω ξαφνικά συνειδητοποιώ τι έχει γίνει. Θα μπορούσα να είμαι εγώ εκεί, θα μπορούσαν να είναι τα παιδιά μου εκεί. Κλαίω βουβά, τα παιδιά έχουν τρομάξει. Του ζητάω να γυρίσουμε σπίτι.

Σε όλη τη διαδρομή το μυαλό μου δεν συνεργάζεται. Ανακαλεί συνεχώς τη στιγμή της έκρηξης. Τον πανικό του κόσμου. Τον χαμό που επικράτησε.

Φτάνουμε σπίτι. Μην πεις κάτι του λέω είμαστε εδώ είμαστε ζωντανοί. Δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω έτσι δεν μπορώ να μεγαλώσω τα παιδιά μου εδώ.

Με κοιτάζει χωρίς να μου μιλάει.

Πάει στο τηλέφωνο. Προσπαθώ να καταλάβω τι θέλει.
Καλημέρα, τον ακούω να λέει στα ελληνικά. Μια χαρά, συνεχίζει.
Δεν ξέρω με ποιον μιλάει, δεν γυρνάει καν να με κοιτάξει.
Κι ακούω που λέει : την επόμενη βδομάδα θα είμαστε εκεί με τα παιδιά όχι όχι για διακοπές ερχόμαστε μόνιμα. Θα σας τα εξηγήσουμε από κοντά.

Δεν μπορεί το μυαλό μου που παίζει παιχνίδια. Δεν είναι δυνατόν. Σε ελάχιστο χρόνο κάνω άπειρες σκέψεις. «Λάθος άκουσα, κάτι δεν θα κατάλαβα» σκέφτομαι.

Γυρνάει και μ’ αγκαλιάζει. Δεν τολμάω καν να ρωτήσω αν άκουσα καλά. Τον κοιτάζω μόνο κλαίγοντας.

«Φεύγουμε» μου λέει, καταλαβαίνω ποσό δύσκολο σου είναι. Πλέον πρέπει να σκεφτώ κι άλλους κι όχι μόνο τον εαυτό μου.
Δεν μπορώ να μιλήσω δεν ξέρω τι πρέπει να πω ,νοιώθω πως από στιγμή σε στιγμή θα ξυπνήσω και θα ‘ναι όλα ένα όνειρο.
«Κατάλαβες φεύγουμε, τώρα κιόλας θα κανονίσω πως να στείλουμε τα πράγματα μας στην Ελλάδα. Σε λίγες μέρες θα είμαστε εκεί.» ξαναλεει.

Ξαφνικά συνειδητοποιώ τι γίνεται. Φεύγουμε γυρνάμε πίσω! Τα αφήνει όλα εδώ και θα ξεκινήσει από το μηδέν.
Προσπαθώ να του πω πόσο δύσκολο θα είναι ,τι θα κάνει στην Ελλάδα ότι δεν θα μπορεί εκεί να εξασκήσει τη νομική.

Δεν με νοιάζει μου λέει σημασία έχει ότι θα είμαστε μαζί.

Ετοιμάζονται όλα σε χρόνο ρεκόρ. Το ανακοινώνουμε στην οικογένεια του. Η μάνα του κλαίει είναι ο μονάκριβός της. Οι υπόλοιποι ψύχραιμοι μας ενθαρρύνουν.
Σε λιγότερο από μια βδομάδα είμαστε έτοιμοι να φύγουμε. Τα πράγματα έχουν ήδη φύγει με Cargo κι εμείς περιμένουμε την πτήση για Αθήνα.

Κι εκεί, στην αίθουσα αναμονής, χίλιες σκέψεις περνούν απ’ το μυαλό μου. Η βομβιστική επίθεση γυρνάει και με βασανίζει.
Αν δεν είχε ξεχάσει το πορτοφόλι του, αν είχαμε προλάβει να μπούμε στο πάρκινγκ …

Έρχεται η ώρα της αναχώρησης. Κρατιόμαστε από το χέρι και ξεκινάμε. Κοιτιόμαστε στα μάτια ,»μαζί»  του ψιθυρίζω , «πάντα» μου απαντάει.

Ισραήλ,μια συνηθισμένη μέρα.