Είμαι από τους τυχερούς που έχουν εξοχικό στο χωριό. Να ναι καλά η θεια του πατέρα μου που βρεθήκαμε με ένα σπίτι κάτω απ το αυλάκι αν σκεφτείς πως η καταγωγή μου είναι αρκετά πάνω από το αυλάκι (και ναι έμαθα επιτέλους ότι το αυλάκι είναι ο Ισθμός της Κορίνθου, δεν είναι τυχαίο που είμαι ξανθιά) και αντί να έχω σπίτι στη Θεσσαλία (καραγκούνα γαρ), βρέθηκα δίπλα στη θάλασσα. Δεν με χάλασε να πω την αλήθεια.

Κατά διαστήματα κατεβαίνω στο χωριό για διακοπές. Συνήθως Πάσχα και καλοκαίρι γιατί, να ναι καλά τα μνημόνια, η βενζίνη έχει ακριβύνει οπότε δεν με παίρνει να πηγαίνω συχνά. Έλα όμως που με έβγαλαν σε αναγκαστική άδεια τις προάλλες και μου λένε «Θα πας διακοπές» «Που να πάω ρε παιδιά χειμωνιάτικα; Όλοι δουλεύουν!» «Σκασίλα μας, παίρνεις άδεια, ωρεβουάρ, αντουτ αλέρ, αλέ ρετούρ!» και κάτι άλλα σε γλώσσες περίεργες που δεν κατάλαβα Χριστό αλλά το μήνυμα ελήφθη.
Και βρέθηκα χειμώνα στο χωριό.
Το ξέρατε ότι στα χωριά το χειμώνα δεν κυκλοφορεί ψυχή στο δρόμο μετά τις πέντε το απόγευμα; Ε, εγώ δεν το ήξερα. Και φτάνω στο χωριό απόγευμα οδηγώντας μέσα στη βροχή γιατί ο Μέρφυ που είναι κολλητός φίλος και με λατρεύει αποφάσισε ότι θα καλοπεράσουμε σ’ αυτή την αναγκαστική άδεια. Αν μπορούσε να βάλει και κανένα τυφώνα για εφέ θα περνούσε σούπερ αλλά ευτυχώς δεν μένω Αμερική. Τη γλίτωσα με μία σφοδρή καταιγίδα που δεν έβλεπα την τύφλα μου αλλά χαλάλι του, αφού δεν πήρα σβάρνα εκείνη τη Μερσεντές που αποφάσισε να πατήσει απότομα φρένο μέσα στον κατσικόδρομο και εγώ λειτούργησα όπως ο ζογκλέρ αφού δεν έπιασαν τα φρένα μου λόγω γλίτσας και αν δεν έχεις πατήσει και με τα δύο πόδια το φρένο δεν έχεις ζήσει τίποτα στη ζωή σου, ε τότε το λες και καλό ταξίδι.
Και φτάνω στο χωριό και δεν υπάρχει ψυχή. Κάτι γάτες κυκλοφορούσαν με βλέμμα «Ποιανού είσ’ εσύ μάναμ;;» αλλά ούτε άνθρωπος για δείγμα. Και σκέφτομαι να δεις που έχει πέσει επιδημία στο χωριό και όλοι έχουν μεταλλαχθεί σε ζόμπι και θα βγουν μετά τις 12 και θα κάνουν πάρτυ στην πλατεία και που πας ρε κοπελιά ολομόναχη γαμώ την αναγκαστική άδεια, δεν έμενες Αθήνα με τον κόσμο, τα αυτοκίνητα, τις κόρνες, τα μπινελίκια, γνώριμη φάση λέμε. Πήρα ανάσα και κατέφθασα στο σπίτι μου.
Τελικά άνθρωποι υπήρχαν στο χωριό. Το ανακάλυψα την άλλη μέρα το πρωί που πήγα στην πλατεία για τσιγάρα αν και τους κοιτούσα με καχυποψία όλους για να βεβαιωθώ ότι δεν ζω στη ζώνη του Λυκόφωτος και ναι, η φουρνάρισσα δεν με κοιτούσε με στυλ «Ξέρω τι έκανες πέρυσι το καλοκαίρι, ετοιμάσου να πεθάνεις χε χε ΧΕΧΕΧΕΧΧΕ».
Στο χωριό η φάση είναι σούπερ. Περπατάς και σου μιλάνε όλοι. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες κυρίως, αν θέλεις να βρεις άντρα στο χωριό θα πρέπει να πάρεις σβάρνα τα χωράφια που μαζεύουν ελιές αυτή την εποχή. Και σου λένε καλημέρα καμάρι μου και απαντάς το ίδιο (χωρίς το καμάρι μου) γιατί δεν έχεις ιδέα από πού τους ξέρεις αλλά δεν θέλεις να είσαι και αγενής γιατί μπορεί να είναι οι προύχοντες του χωριού και ποτέ δεν ξέρεις αν χρειαστείς κάποια στιγμή τη βοήθεια τους για να περάσεις την ύδρευση από το κτήμα σου (δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό, τον μπαμπάκα άκουσα να το λέει και το επαναλαμβάνω), όπως και να χει όμως μιλάς με όλους. Και κάποιοι δεν μένουν στο καλημέρα αλλά σε ρωτούν κι άλλα πράγματα και απαντάς με χαμόγελο αλλά δεν ρωτάς για τα παιδιά ή για τα εγγόνια τους γιατί δεν έχεις ιδέα αν έχουν και δεν θέλεις να καρφωθείς ότι είσαι άσχετη.
Και πας και για τρέξιμο στο χωριό. Και γίνεσαι το επίκεντρο αφού εσύ μπορεί να μη συναντάς κανέναν στα χωράφια που τρέχεις αλλά όλοι στην πλατεία συζητούν για την Αθηναία με το κόκκινο φούτερ που τρέχει σαν τον άνεμο (αυτό θα ήθελα να πιστεύω ότι λένε και όχι για την τρελή του χωριού, ήδη υπάρχει ένα τρελός που περπατάει και μιλάει μόνος του, μερικές φορές και με τους θάμνους, εσύ τουλάχιστον το κάνεις με στάιλ και κερδίζεις τις εντυπώσεις, λέμε τώρα). Να δεις που το χωριό είναι γεμάτο κάμερες, οι οποίες συνδέονται με όλα τα σπίτια και αλίμονο αν νομίζεις ότι κανένας δεν ξέρει τι κάνεις αφού οι γιαγιάδες ξέρουν μέχρι και τι ώρα κοιμήθηκες το βράδυ ή αν κοιμήθηκες μόνη σου ή με παρέα. Το τελευταίο έχει και περισσότερο ενδιαφέρον και κερδίζει μπόνους και τον κρυφό σεβασμό των μικρότερων γενεών.
Και βγαίνεις για καφέ και για φαγητό στο χωριό και εκεί συνειδητοποιείς για άλλη μία φορά ότι ζει κόσμος αφού όλοι είναι μαζεμένοι γύρω από τα τζάκια και έχουν πιει και τα κρασάκια τους και σε κερνάνε κιόλας, ανεξάρτητα από το αν εσύ τους ξέρεις αλλά το δέχεσαι το κέρασμα, χαζός είσαι και εύχεσαι να τους θυμάσαι την επόμενη μέρα αν τους πετύχεις στο φούρνο για να μη γίνεις ρεζίλι.
Και έχει και τα καλά του το χωριό. Οι γειτόνισσες σου φέρνουν ψωμί ζυμωτό και χορταράκια που έχουν μαζέψει από το περιβόλι τους και σε κερνούν γλυκό κουταλιού που μυρίζει τριαντάφυλλο και νιώθεις ότι βρίσκεσαι στον παράδεισο. Και αν έχεις οποιοδήποτε πρόβλημα χτυπάς την πόρτα τους και ξέρεις ότι θα σε βοηθήσουν με χαμόγελο και δεν θα σου κλείσουν την πόρτα στα μούτρα όπως γίνεται στην Αθήνα.
Επίσης, η φύση τον χειμώνα στο χωριό είναι πανέμορφη. Τα χρώματα που βλέπεις γύρω σου είναι εκτυφλωτικά, ο ουρανός είναι πανέμορφος και αναπνέεις καθαρό αέρα, η ησυχία σου ηρεμεί το μυαλό και την ψυχή και ξαφνικά το μόνιμο άγχος με το οποίο ζεις στην πόλη διαλύεται και ξαναβρίσκεις τον εαυτό σου.
Και φτάνει η ώρα που πρέπει να επιστρέψεις στην Αθήνα και οι γείτονες βγαίνουν όλοι στις αυλές να σε αποχαιρετήσουν και κουνάνε τα χέρια τους και λένε ο θεός μαζί σου, να μας ξανάρθεις, καλό ταξίδι καμάρι μου και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι αυτή η αναγκαστική άδεια ήταν ό,τι καλύτερο σου έτυχε τους τελευταίους μήνες και τελικά αυτό χρειαζόσουν για να μην τρελαθείς από την καθημερινότητα.
Ορεβουάρ λοιπόν. Θα μου λείψετε.