Θα ήταν περίπου 12 όταν της αγόρασαν το πρώτο της εξωσχολικό βιβλίο. Ένα από εκείνα που μιλούν παραμυθένια μα προσπαθούν αλληγορικά να περάσουν κάποια μηνύματα. Ήταν μικρό βιβλίο, με πρασινωπό εξώφυλλο και μια μικρή περιγραφή στην πίσω πλευρά. Το διάβασε κάπως φευγαλέα, δεν την κέντρισε και το παράτησε στο συρτάρι.

Καιρό μετά, καθώς τακτοποιούσε το γραφείο της, βρήκε το σκονισμένο, πλέον, βιβλίο κι αποφάσισε να του δώσει μια ευκαιρία. Όμως, ήταν πολύ βαρετό για τα γούστα της. Ξεπετούσε τις σελίδες αδιάφορα ώσπου συνάντησε έναν πολύ όμορφο χαρακτήρα. Διάβασε γι αυτόν για δυο σελίδες περίπου κι ύστερα ο μικρός της ήρωας, εξαφανίστηκε.

Κάπου στις 20 σελίδες μετά, είδε πως ο αγαπημένος της χαρακτήρας, πέθαινε. Θύμωσε. Το πέταξε μακριά κι έκανε να το ξανακοιτάξει μέρες. Όμως, την έτρωγε η περιέργεια. Το έπιασε ξανά στα χέρια της, γύρισε στην τελευταία σελίδα του βιβλίου και διάβασε.

Ο ήρωας της, δεν πέθανε. Τον είχε καταβάλλει μια μεγάλη και κακιά αρρώστια, όμως εκείνος, με τη βοήθεια των αγαπημένων του και το ψυχικό του σθένος, βγήκε αλώβητος από την όλη ιστορία. Το βιβλίο της, είχε ένα όμορφο τέλος, όπως και ο ήρωάς της.

Στα 14α γενέθλια της, ο μπαμπάς της αγόρασε ένα μεγάάάάλο βιβλίο, μυθιστόρημα. Την κέρδισε από την πρώτη στιγμή που διάβασε τον τίτλο. Τα χρώματα του εξωφύλλου, την μικρή περιγραφή στο οπισθόφυλλο. Κι ας ήταν τόσο βαρύ. Κουλουριάστηκε στα παπλώματά της, άνοιξε το μεγάάάάλο βιβλίο της και γεμάτη ενθουσιασμό ξεκίνησε την ανάγνωση.

Κακή αρχή είχε κι αυτό τη θύμωνε. «Ο ιστορίες πρέπει να ναι όμορφες και να σε ταξιδεύουν, όχι να σε κάνουν να κλαις.» Έτσι έλεγε. Έτσι, αποφάσισε να «κλέψει» για μια ακόμα φορά και να γυρίσει στην τελευταία σελίδα του βιβλίου. Πήρε το ευτυχισμένο τέλος που ήθελε και, ανακουφισμένη πια, ξεκίνησε από την αρχή να το διαβάζει.

Αυτό ακολούθησε για πολλά ακόμα βιβλία. Της έμεινε κουσούρι να διαβάζει πρώτα το τέλος. Ν’ ανοίγει πρώτα απ’ όλα την τελευταία σελίδα κι αν της άρεσε η κατάληξη, το διάβαζε για να καταλάβει πώς οι ήρωες έφτασαν μέχρι εκεί.

Τώρα είναι μεγάλη κοπέλα κι έχει μάθει πως δεν έχουν όλα ευτυχισμένο τέλος, όμως δεν παύει να ελπίζει. Κι ας τη λένε ονειροπαρμένη. Κι ας προσπαθούν μόνιμα να την προσγειώσουν στην πραγματικότητα, εκείνη αρνείται πεισματικά. Είναι μεγάλη κοπέλα και δεν πρέπει να φοβάται, έτσι της λένε. Μα εκείνη ακόμα φοβάται το σκοτάδι, ακόμα τρέμει τις άσχημες καταλήξεις, ακόμα νευριάζει με τους κακούς ήρωες, ακόμα ελπίζει σε απροσδόκητα happy end κι ακόμα θεωρεί πως μπορεί να τ’ αλλάξει όλα.

«Μεγάλωσες και μυαλό δεν έβαλες» της λένε όλοι, μα εκείνη ξέρει. Το να μεγαλώνεις και να μπορείς συνάμα να είσαι αθώος κι αγνός σαν ένα παιδί, είναι πολύ όμορφο. Εκείνη ξέρει τα προβλήματα της πραγματικότητας, απλά προσποιείται την αφελή στους άλλους γιατί την κουράζουν. Είναι μεγάλη κοπέλα μα δεν ντρέπεται πια να αποκαλύψει το μυστικό της.

Ορίστε, λοιπόν, θα σας το πω.

Ακόμα διαβάζω πρώτα την τελευταία σελίδα των βιβλίων. Ακόμα διαβάζω την τελευταία παράγραφο των κειμένων. Ακόμα νομίζω πως μπορώ ν’ αλλάξω μια άσχημη ιστορία. Και δε θα σταματήσω να το κάνω. Ξέρετε γιατί;
Γιατί εμένα, έτσι μ’ αρέσει.