Το ‘62 πέθανε ο πατέρας μου από καρκίνο στον πνεύμονα, έμεινε χήρα η μάνα μου με 3 παιδιά, εγώ ήμουν 8 χρονών, ο αδερφός μου 7 και η μικρή 3. Όσο ήταν άρρωστος ο πατέρας εμείς μέναμε σε μια παλιά μονοκατοικία, ένα γκρεμίδι σπίτι στη Δραπετσώνα, ένα ρημάδι. Το σπίτι της γιαγιάς. Μύριζε μούχλα εκεί μέσα, ανυπομονούσαμε να φύγουμε. “Κάντε λίγη υπομονή να γίνει καλά ο μπαμπάς και θα πάμε όλοι μαζί σε άλλο σπίτι, καλύτερο” έλεγε η μάνα. Μα δεν έγινε ποτέ καλά. Δεν είχε την πολυτέλεια να τον κλάψει, κατ’ευθείαν η μάνα βγήκε για δουλειά. Πήγε σε εργοστάσιο με κλωστές, έκατσε εκεί 3 χρόνια μα το μεροκάματο μικρό, που να φτάσει να μας θρέψει όλους. Και η μούχλα στο παλιό σπίτι της γιαγιάς μας αρρώσταινε όλους.

Ένας ξάδερφος της μάνας μου έστειλε γράμμα, την προσκάλεσε στη Γερμανία στο Λέτερ, μια πόλη κοντά στο Αννόβερο. Ζητούσαν εργάτες εκεί στα τρένα και υπήρχαν και μεροκάματα για γυναίκες, καθαρίστριες, λαντζέρες και μαγείρισσες. Τα λεφτά σχεδόν τριπλά από τα ψίχουλα που έβγαζε εδώ. “Για 2 χρόνια θα πάω” μας είπε η μάνα και κλαίγαμε με σπαραγμούς, δεν την είχαμε χορτάσει, πρώτα η αρρώστια του πατέρα, μετά όλη μέρα στα μεροκάματα, μάνα εμείς δεν είχαμε ζήσει. Καλή η γιαγιά, μα μάνα δεν ήταν. Μάνα λέγαμε και έτρεχε το δάκρυ, σουβλιές νιώθαμε στα σωθικά. Μάνα! Και έτσι έφυγε.

Από τον 3ο κιόλας μήνα που έφυγε, άρχισε να στέλνει χρήματα στη γιαγιά. “Πάρε τα παιδιά και φύγετε από κει, σπίτι με ήλιο να βρείτε να μην πεθάνουν τα παιδιά μου εκεί μέσα!”. Νοικιάσαμε μια κάμαρη με μπάνιο και μια σταλιά κουζίνα στο κέντρο του Πειραιά, μα είχε μεγάλα παράθυρα, την έλουζε το φως, παραγγελιά της μάνας. Φάγαμε γλυκό ψωμί μα το ποτίσαμε με δάκρυα. Μάνα!

Ενάμιση χρόνο μετά ήρθε για λίγες μέρες, είχε αρρωστήσει πολύ η μικρή η Φωτεινούλα και μπήκε στο νοσοκομείο. Πήρε άδεια η μάνα και ήρθε, το παιδί μόλις μύρισε τη μάνα αναθάρρεψε, έπεσε και ο πυρετός, την πήραμε σπίτι από κει που μας έλεγαν οι γιατροί πως θα το χάσουμε το κορίτσι. Δυο μέρες ήμασταν κρεμασμένοι όλοι πάνω στη μάνα μας, ούτε για κατούρημα που λέει ο λόγος δεν την αφήναμε να πάει. Της φιλούσαμε τα χέρια και η γιαγιά μου η δόλια, “παιδί μου, κόρη μου!” έλεγε και ας ήταν νύφη της – και έμπλεκε κι αυτή τα χέρια της, πέντε ζευγάρια χέρια ένα κουβάρι. Τι να κάνει κι αυτή, δεν ξεπαίδεψε ποτέ, από ανάγκη ακόμα στα γεράματα της ντάντευε και ανάθρεφε, στο δρόμο θα μας άφηνε; Χάρη σ’ αυτήν μπόρεσε η μάνα να φύγει, άλλος συγγενής δεν υπήρχε, στο δρόμο θα μέναμε.

Γύρισε η μάνα Γερμανία και ο δεύτερος αποχωρισμός ήταν πιο δύσκολος από τον πρώτο, έπεσα να κοιμηθώ εκείνο το βράδυ κι έβλεπα την κουβέρτα που σκεπαζόμασταν όλα μαζί τα παιδιά να τραντάζεται από τους λυγμούς μέχρι το ξημέρωμα. Είχα μια φανέλα της μάνας και μύριζα και παρηγοριόμουν μα είδα τη μικρή που την εζήλεψε και τη λαχτάρησε και της την έδωσα. Και το παιδί πήρε το κομμάτι το ύφασμα, το έβαλε στο πρόσωπο του και κοιμήθηκε. Πιο πολύ από όλους μας αυτή δεν χάρηκε ποτέ της μάνα, και μεγάλη γυναίκα που έγινε όπου ένιωθε λίγη αγάπη κούρνιαζε σα σπουργιτάκι. Άμα στερηθείς τη μάνα σου μικρός, μια ζωή αγάπη θα ζητάς, δε μπαλώνεται αυτή η τρύπα στην καρδιά με όλα τα λεφτά του κόσμου και όσο και να σε αγαπήσουνε οι ξένοι.

12 χρόνια σύνολο έμεινε η μάνα στη Γερμανία. Ενδιάμεσα πέθανε η γιαγιά, μα από πιο πριν είχα ήδη αναλάβει εγώ τ’ αδέρφια μου. Ο αδερφός μου έγινε γνωστός ποδοσφαιριστής έβγαζε καλά λεφτά, το παλιό σπίτι της γιαγιάς, το μουχλιασμένο, το δώσαμε αντιπαροχή και μένα με ζήτησε σε γάμο ένα καλό παιδί που αγαπιόμασταν χρόνια, “κοίτα δω” μου είπε “δε θέλω προίκες, τα βλέπεις τα χέρια μου; Μ’ αυτά θα πορευτούμε” μα η μάνα μου δεν μας άφησε έτσι. “Εγώ στερήθηκα για να μη στερηθείτε εσείς” και μου έδωσε στο χέρι κλειδί από διαμέρισμα. Ήταν πια ώρα της να γυρίσει μόνιμα Ελλάδα.

Ο γιος μου έγινε γιατρός, για την ειδικότητα του έμεινε λίγα χρόνια στο Μόναχο. Από όλα τα εγγόνια της η μάνα μου, αυτόν λαχταράει πιο πολύ. Έκλαιγε σα μικρό παιδί όταν ερχόταν Ελλάδα να τη δει. Νόμιζε πως υπέφερε που ήταν εκεί, πως κακοπερνούσε. Μάταια της εξηγούσε πόσο καλά ήταν εκεί τα πράγματα. Εκείνη έβλεπε τον εαυτό της στο πρόσωπο του, γύρευε τι είχε ζήσει μόνη της τόσα χρόνια εκεί. Πόσα δε μάθαμε ποτέ.

Φάγαμε γλυκό ψωμί. Αν με ρωτήσεις, θα σου πω καλύτερα να κατάπινα άβρεχτο παξιμάδι όλα τα χρόνια που έλειπε η μάνα μου. Όποιος δεν το ’χει ζήσει, δε μπορεί να καταλάβει. Ανάθεμα την για ξενιτιά. Δε ξεχνιέται εκείνη η πίκρα.

Βασιλική Γαρδετού