To είχες δει στα «φιλαράκια» . Εκεί που ο Τσάντλερ νομίζει πως χάνει την Μόνικα, πως τον χωρίζει για να είναι με τον πρώην της. Την ψάχνει παντού απελπισμένος, τελικά γυρνάει σπίτι σε απόγνωση, ανοίγει την πόρτα και βλέπει παντού τριαντάφυλλα, κεριά στο πάτωμα και την Μonica γονατιστή, να τον ζητάει σε γάμο.

Είχες κλάψει πολύ τότε. Σου είχε φανεί ανυπέρβλητα ρομαντικό, ήταν 6 το πρωί, είχες γυρίσει από οργιώδες clubbing, ήσουν ψιλοκομμάτια, πάνω στο κρεβάτι έτρωγες ένα σάντουιτς που είχες πάρει από βρώμικο στην Μαβίλη για να στανιάρεις, κι έβλεπες FRIENDS… και πλουφ πλουφ τα δάκρυα, αχταρμάς με τη μαγιονέζα και την καπνιστή γαλοπούλα. Αχταρμάς φαγητό, αχταρμάς σπίτι, αχταρμάς ζωή! Επειδή ήσουν 22, επειδή έτυχε και ΚΥΡΙΩΣ επειδή μπορούσες…

Και 10 χρόνια μετά, είναι 8 το βράδυ, είσαι ακόμα στο γραφείο, έχεις ακόμα πολλή δουλειά και οι γόβες σε σκοτώνουν, θες να τις βγάλεις, να τις ραντίσεις με το άρωμα που έχεις στην τσάντα σου, (φστ φστ φστ όχι παραπάνω, 106 ευρώ τα 100 ml μη τρελαθούμε κιόλας), να τους βάλεις φωτιά και να χορέψεις ζειμπέκικο της Ευδοκίας με γυμνά επιτέλους πόδια, γύρω τους.

Είσαι τόσο κουρασμένη…

Και τότε χτυπάει μήνυμα στο κινητό. Βλέπεις το όνομά του στην οθόνη και τα 100 κιλά βάρος κούρασης που νιώθεις στα πόδια και το μυαλό σου, σαν να γίνονται κατιτίς λιγότερα.

«Λευκό παγωμένο κρασί. Κοτόπουλο με μανιτάρια. Αφρόλουτρο. Μασάζ σε πατουσάκια, γάμπες, μηρούς και ότι άλλο προκύψει. Ψήνεσαι;»

Διαβάζεις το μήνυμα και το ξαναδιαβάζεις. Πέντε Δέκα Είκοσι φορές.

Μετά κοιτάς τις στοίβες χαρτιά πάνω στο γραφείο σου. Τις άπειρες ώρες που έχεις περάσει δουλεύοντας. Κοιτάς τα χέρια σου και θυμάσαι όλα τα άλλα χέρια που έχουν μπλεχτεί με τα δικά σου όλα αυτά τα χρόνια. Κοιτάς τα πόδια σου και μετράς όλα τα χιλιόμετρα που έχουν κάνει, χάριν καψούρας από τα 18 σου. Αγγίζεις τα μαλλιά σου και είναι σαν να νιώθεις το άγγιγμα όλων όσων στα φίλησαν, στα χάιδεψαν, στα τράβηξαν σε στιγμές πάθους ή τσακωμού, τόσα χρόνια τώρα. Και τέλος, βλέπεις την αντανάκλαση σου στο τζάμι από το παράθυρο του γραφείου, απέναντι. Παρατηρείς την γυναίκα αυτή. Είναι όμορφη. Είναι λίγο κουρασμένη από το ταξίδι αυτής της δεκαετίας. Μα πάνω απ’ όλα είναι έτοιμη.

Η καρδιά σου χτυπάει δυνατά ξαφνικά, από τη δύναμη της παρόρμησης. Είναι τόσο τρελό που ΠΡΕΠΕΙ να γίνει. Πετάγεσαι πάνω, οι γόβες δεν σε χτυπάνε πια, τα πόδια σου είναι ελαφρά σαν πούπουλο, τρέχοντας σχεδόν φεύγεις από το γραφείο, μπαίνεις στο αμάξι και γκαζώνεις.

Πήχτρα η Κηφισίας και σένα δεν σε χωράει ο τόπος, το αυτοκίνητο, η λεωφόρος, η Αθήνα ολόκληρη, η ΓΗ δε σε χωράει ετούτη τη στιγμή.
Μόνο τα χέρια του θες να σε χωρέσουν. Δυνατά χέρια. Ζεστά. Δέρμα τραχύ, μα τόσο οικείο.

Μυρωδιά από καυσαέριο, κλείνεις το παράθυρο, μόνο το στήθος και τον λαιμό του θες να μυρίσεις τώρα!

Στο ράδιο , κάποια Adele θρηνεί έναν χαμένο έρωτα, το κλείνεις. Μόνο τη φωνή του θέλεις ν’ ακούσεις τώρα, να καλεί το όνομα σου και να λιώνει μέσα σου.

Φτάνεις. Παρκάρεις. Κάνεις ν ανοίξεις την πόρτα, να πεταχτείς έξω, κοντοστέκεσαι. Κωλώνεις. «Τι πάω να κάνω;», νότες πανικού χτυπάνε την πόρτα του εγκεφάλου σου.
Καπάκι σου έρχεται στο μυαλό η εικόνα του. Το πρόσωπο του.
Δεν έχει πρασινογάλαζα μάτια που μαγνητίζουν. Καστανά έχει. Που καθησυχάζουν.
Δεν έχει έντονα χείλια, που υπογραμμίζουν την θεΐκή ομορφιά του! Στενά χείλια έχει, τα δαγκώνει κιόλας, έχει πετσάκια, τον κυνηγάς συνέχεια να του βάλεις λίγο λιπ μπαλμ, δεν κάθεται!
Δεν είναι 1.95. 1.79 είναι. Με το ζόρι.

Πέτρα κοιλιακοί ούτε για αστείο. Όταν ξαπλώνεις δίπλα του, κάνεις ντόοοοοινγκ ντόιιιιιιιιινγκ το δάχτυλο σου στο στομάχι του, πάει μέσα 5 πόντους…
Μα εκείνος γελάει.
Και μπορείς να ορκιστείς πως δεν ακούς έναν 35ρη, μα ένα 10χρονο να ξεκαρδίζεται. Και σκάνε μικρά πυροτεχνήματα στη δική σου την καρδιά που βαρέθηκε τους αλαζόνες, τους υπεροπτικούς, τους υπερφίαλους, τους «λίγους άντρες»
Και έχεις ανάγκη πια, έναν «πολύ»… για ΠΑΝΤΑ.

Μπαίνεις τρέχοντας στην πολυκατοικία, 127 ορόφους σου φαίνεται πως ανεβαίνει τον ασανσέρ, όχι μόνο 3. Ανοίγεις την πόρτα του διαμερίσματος, τον βλέπεις με ένα σπρέι αποσμητικό χώρου στο χέρι, σου μυρίζει καμένο κοτόπουλο, έκαψε το φαγητό.
Γελάς ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ.
Είναι συνοφρυωμένος, κατσούφης, τσαντισμένος.

«35 λεπτά έλεγε στη συνταγή , οι άχρηστοι στο ίντερνετ, τόσο είχαν γράψει! Ένα τσιγάρο βγήκα να κάνω και μέχρι να μπω μέσα, είχε γίνει καρβ…»

Πετάς την τσάντα σου, πετάς και τις γόβες.
Χαμηλώνεις.
Στα γόνατα.
Γουρλώνει τα μάτια

Ψιθυρίζεις «Σ αγαπάω. Σ’ αγαπάω πολύ. Σε έχω ανάγκη. Θέλω να με έχεις και συ. Κουράστηκα. Θέλω εσένα. Μόνο. Για πάντα. Να καις το κοτόπουλο…»

«………………………………. !!!! »

«Αν αρνηθείς , θα σ’ αγαπάω ακόμα. Αν σε τρομάζει ο γάμος, θα μείνω πλάι σου όπως και να έχει. Αν νομίζεις πως βιάζομαι, θα περιμένω. Το να παντρευτούμε μπορεί να περιμένει, η επιθυμία μου να σου πω πώς νιώθω, όχι.»

Του πιάνεις το χέρι. Είναι αποσβολωμένος.
Ανοίγει το στόμα του, οι λέξεις βγαίνουν βραχνές από το λαιμό του:
«Να παραγγείλουμε κάνα σουβλάκι;»

Κατεβάζεις το κεφάλι.
ΗΤΤΑ…

Χαμηλώνει στο επίπεδο σου, κάθεται κι αυτός στα γόνατα.
Σου πιάνει το πιγούνι και σου ανεβάζει το κεφάλι, να συναντηθούν τα μάτια σας. Και συμπληρώνει:

«Δεν κανονίζω ποτέ ημερομηνία γάμου με άδειο στομάχι».

Γελάει. Κι είναι γέλιο 10χρονου παιδιού, όχι 35άρη.

«Monica, τα πήγαμε καλά» σκέφτεσαι…