Σήκωσε το ακουστικό και σχημάτισε το νούμερο. Αμέσως μόλις άκουσε την απάντηση από την άλλη άκρη της γραμμής έβαλε το ελεύθερο χέρι της μέσα στο εσώρουχο της και άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό. «Σε παρακαλώ μίλησε μου. Πες μου ποια είσαι. Μην με τρελαίνει έτσι. Σε ικετεύω» είπε η αντρική φωνή από την άλλη πλευρά. Αυτή όμως δεν απάντησε. Μόνο συνέχισε το χάδι της όλο και πιο έντονα, όλο και πιο βαθιά. Ο άντρας μη κατορθώνοντας για άλλη μια φορά να πάρει απαντήσεις στις ερωτήσεις του, αφέθηκε και αυτός γρήγορα στο παιχνίδι των βογγητών.

Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα

Δεν ήταν καινούριο αυτό το παιχνίδι για κανέναν τους. Είχαν ήδη αφεθεί στην γλύκα του κάμποσες φορές τις τελευταίες 3 βδομάδες. Σχεδόν μέρα παρά μέρα. Η αρχή είχε φυσικά γίνει από αυτήν. Λογάριαζε τον εαυτό της παλιά καραβάνα σε τέτοια τηλεφωνικά παιχνίδια. Σχεδόν από την αρχή της εφηβείας της είχε αυτό το συνήθειο. Έπαιρνε τυχαία τηλέφωνα και αν άκουγε αντρική φωνή, ξεκίναγε τα προστυχόλογα. Σαν φάρσα αρχικά αλλά με τον καιρό Κάθε που έπεφτε σε πρόθυμο ακροατή, άρχισε να εξερευνά με αυτόν τον τρόπο το κορμί της και σύντομα να εκτονώνει κάθε σεξουαλική ορμή της. Σχεδόν μια φορά την εβδομάδα λοιπόν, έπαιρνε ένα τυχαίο νούμερο. Ποτέ το ίδιο. Κρατούσε μάλιστα σε ένα τετράδιο αρχείο με όσα νούμερα είχε καλέσει καθώς και με το είδος της ανταπόκρισης που συναντούσε. Χωρίς να τη νοιάζει με ποιον μιλούσε και πού καλούσε. Ήταν εντυπωσιακό πόση πολλή ανταπόκριση έβρισκε στο παιχνίδι της. Ήταν παρά πολλοί οι άντρες κάθε ηλικίας που όχι μόνο δεν έκλειναν το τηλέφωνο αλλά συμμετείχαν και αυτοί. Φορές νόμιζε πως όλοι παίζανε το ίδιο και όσοι δεν το κάναν ήταν απλά επειδή κάποιος θα ήταν δίπλα τους ή το τηλέφωνο θα ήταν σε ακατάλληλο μέρος.

Όλα αυτά γινόντουσαν μέχρι πριν λίγο καιρό. Γιατί ένα απόγευμα η μοίρα την ήθελε να σχηματίσει τον αριθμό εκείνου. Κάτι στη φωνή του ήταν που την σκάλωσε και την έκανε να παραβεί κάθε κανόνα της και να ξανά τηλεφωνήσει. Και πάλι και πάλι. Μέχρι και που κάθισε να ψάξει που ανήκει το τηλέφωνο. Ήταν εταιρικό στο όνομα ενός Θεόφιλου. Της άρεσε το όνομα και το κράτησε. Άσχετα αν μπορεί και να μην ανήκε καν στον ίδιο αλλά στο αφεντικό του. Στην αρχή λοιπόν μιλούσε διαρκώς με παθιασμένη φωνή στον Θεόφιλο, κάτι που έκανε πιο έντονους και σαφώς ευκολότερους τόσο τους δικούς της όσο και τους δικούς του οργασμούς. Όμως όσο συνεχιζόταν αυτή η μονόπλευρη επικοινωνία, αυτή τρόμαζε. Έτρεμε μη κάτι στη φωνή της προδίδει την αναπηρία της. Ένας παράλογος φόβος αφού ουδέποτε τα ατροφικά μέλη επηρεάζουν την ομιλία, αλλά και πάλι. Αν αυτός καταλάβαινε ότι κάτι δεν πάει καλά; Αν ένιωθε τον εδώ και χρόνια κατ’ οίκο εγκλεισμό της; Αν η μουντάδα του δωματίου της περνούσε μέσα από τις τηλεφωνικές γραμμές; Αν έβλεπε αυτός το μίζερο πλάσμα με τα μισά πόδια κ την πέτρα στην ψυχή; Το παιδί που έμενε μόνιμα κλεισμένο σπίτι με τους υπερπροστατευτικούς γονείς, τα πρώτα χρόνια για να την φροντίζουν και τα τελευταία για να τους φροντίζει αυτή; Θα μπορούσε να τελειώσει άραγε; ή θα ένιωθε αποστροφή γι αυτή και δεν θα μπορούσε καν να αφεθεί; Ακόμα χειρότερα, θα της έκλεινε το τηλέφωνο; Θα την άφηνε υγρή και ερεθισμένη αλλά ακόμα πιο μόνη από όσο ήταν πάντα; Γι αυτό δεν έβγαζε λέξη πια. Όσο και αν την παρακαλούσε. Όσο και αν ζητούσε να γνωριστούν. Λέξη. Μόνο βογγητά, αναστεναγμούς και καυτές αναπνοές. Έπλαθε μια φανταστική εικόνα του και με αυτή πορευόταν. Ας έκανε και αυτός το ίδιο.

Ο δικός της Θεόφιλος ήταν γύρω στα 40 με γοητευτικούς γκρίζους κροτάφους και ζεστό βλέμμα. Είχε δική του επιχείρηση και τον πετύχαινε στο γραφείο πάνω στο κλείσιμο. Το οποίο αυτός πλέον καθυστερούσε ακριβώς για να μένει μόνος του και να «μιλάει» μαζί της. Μετέπειτα έφευγε, πήγαινε γυμναστήριο, για ποτό με φίλους και γυρνούσε στο μοδάτο διαμέρισμα του όπου έπεφτε για ύπνο με τη σκέψη της. Όχι αυτής της ίδιας. Αλλά αυτής που θα ήταν αν δεν την είχε βρει η σκατοαρρώστια τότε που ήταν ακόμα νηπιάκι. Δεν ήταν υπέροχη αυτή η ιστορία; Ναι ήταν. Γι αυτό κάθε που πήγαινε να της ξεφύγει έστω και μια λέξη, δάγκωνε απότομα τη γλώσσα της και συγκεντρώνονταν και πάλι στην υγρή πληγή ανάμεσα στα πόδια της. Στην πηγή της ζωής που λογικά θα έμενε ανέγγιχτη από τρίτα χέρια για όλη τη μίζερη ζωή της. Μόνο τα δικά της χέρια λοιπόν. Και οι φωνές των τυχαίων αντρών. Του Θεόφιλου. Μόνο αυτά τα χέρια και αυτές οι φωνές θα σπάγαν την παρθενία του κορμιού της.

Σχεδόν ούρλιαξε από την ορμή της ολοκλήρωσης της. Και ο Θεόφιλος αναστέναξε βαθιά. «Μην κλείσεις ακόμα!» είπε. «Θέλω να σε ακούω έστω να αναπνέεις.» Μα αυτή έκλεισε γρήγορα γρήγορα το τηλέφωνο. Σηκώθηκε από το κρεβάτι. Φόρεσε τα μηχανικά μέλη της και πήγε να δει αν θέλει τίποτα η μάνα της μέσα. Ο πατέρας ήταν στο καφενείο. Όλο το σπίτι ήταν σαν νεκρό. Καμία φωνή. Κανένας ήχος. Η μοναξιά την χαστούκισε και πάλι. Γύρισε στο κρεβάτι. Γδύθηκε τελείως και σήκωσε πάλι το ακουστικό «σε Θέλω ξανά» του ψιθύρισε. Καιρός για ένα νέο γύρο στο παιχνίδι των βογγητών.