Δεν γινόταν να μην τον προσέξεις. Μέσα σε τόσο κόσμο, πίσω από τη μπάρα. Λικνιζόταν ελαφρά, στο ρυθμό της μουσικής. Έπαιρνε παραγγελίες, ετοίμαζε ποτά, μιλούσε με τις σερβιτόρες και τους πελάτες μα σαν να ήταν εκεί και να μην ήταν. Η ματιά του ακόμα και όταν εστίαζε, ήταν ψυχρή και απόμακρη. Και το χαμόγελο του, λίγο προκάτ, λίγο βεβιασμένο. Κυριαρχούσε με την παρουσία του, κυρίως λόγω της εμφάνισης του μα ταυτόχρονα σαν να μην ταίριαζε εκεί. Σε εκείνο το μαγαζί, εκείνη την ώρα. Και ας δούλευε χρόνια εκεί. Ήθελες τόσο πολύ να πιάσεις κουβέντα μαζί του, όλοι ήθελαν. Ήθελες τόσο πολύ να του τραβήξεις το ενδιαφέρον. Όλοι ήθελαν. Όλες. Κυρίως.

Μια σερβιτόρα μπήκε μέσα από τη μπάρα και έβαλε το χέρι της στη μέση του ακουμπώντας τη ζώνη του, πέρασε το δάχτυλο της από μια θηλιά του τζην του.
– Τι έχουμε; τη ρώτησε
– Show time απάντησε εκείνη και άρχισε να χορεύει κολλώντας πάνω του.

Τράβηξε μια γερή τζούρα από το τσιγάρο του και το άφησε στο τασάκι. Μισοέπνιξε μια βαθιά ανάσα για να μην βγει σαν αναστεναγμός, μισόκλεισε τα μάτια του και αφέθηκε περισσότερο στη μουσική και λιγότερο στην κοπέλα που απολάμβανε την επαφή μαζί του και (περισσότερο ίσως) τα βλέμματα ζήλιας που τραβούσαν. Κάθε νότα, τον έστελνε και σε πιο μακρινό σύμπαν. Σε κάθε νότα, τον ήθελαν και πιο πολύ. Πόσο όμορφος ήταν! Πόσο απίστευτα επιθυμητός ήταν! Μπορούσες να μαντέψεις το στέρνο του κάτω από το άσπρο μπλουζάκι του, μπορούσες να χαϊδέψεις με τα μάτια το βελούδινο δέρμα στα μπράτσα του. Άκρες από τα μαλλιά του κολλούσαν στο ιδρωμένο μέτωπο του και ψηλά στον αυχένα του. Μια δυο σταγόνες έτρεξαν κατά μήκος του λαιμού του και σκάλωσαν στα κοντά καστανόξανθα γένια του, λίγων ημερών. Η σερβιτόρα δεν άντεξε. Πήγε να ακουμπήσει τα χείλια της εκεί, στο λαιμό του, να γευτεί τις σταγόνες του…
– Show’s over , την έκοψε και την έσφιξε από τη μέση τόσο όσο χρειαζόταν για να την ξεκολλήσει από πάνω του. Πήγαινε να πάρεις καμιά παραγγελία, της είπε χαμογελώντας πονηρά για να εξευμενίσει τη δυσαρέσκεια της που εκφράστηκε με κατεβασμένα μούτρα και την χάιδεψε για ένα κλάσμα δευτερολέπτου στο μάγουλο, πριν την σπρώξει ελαφρά έξω από τη μπάρα.

Πήρε ξανά το τσιγάρο του στο στόμα. Φύσηξε τον καπνό του και μέσα από το σύννεφο κοίταξε τον κόσμο. Μάντεψε τα βλέμματα που ήταν καρφωμένα πάνω του, μα και πάλι, δεν εστίασε σε κανένα. Πήρε στα χέρια ένα μπουκάλι ρούμι και ετοίμασε σφηνάκια να κεράσει τη γυναικοπαρέα στα δεξιά του, ρίχνοντας μια ματιά στο ρολόι του. 2μιση και το μαγαζί ακόμα γεμάτο. Δεν κατάφερε να πνίξει αυτή τη φορά τον αναστεναγμό του. Έβαλε τα σφηνάκια στο δίσκο, έκανε νόημα στη σερβιτόρα και με τα μάτια του της έδειξε τις γυναίκες που γούρλωσαν τα μάτια όταν κατάλαβαν πως προοριζόταν για εκείνες το κέρασμα. Κούνησε ελαφρά ένα ποτήρι ουίσκι προς το μέρος τους και το άφησε κάτω, χωρίς να πιει. Η μία ύγρανε τα χείλια της με τη γλώσσα της, η φίλη της έπαιξε με την τιράντα του σουτιέν της. Η τρίτη είπε σχεδόν δυνατά “αδερφή θα είναι, μη χαίρεστε, σιγά το γκόμενο, δεν είναι του γούστου μου” μα στο μυαλό της είχε αποτυπώσει ήδη τη μορφή του που θα τη συντρόφευε εκείνο το βράδυ στο κρεβάτι της πριν κοιμηθεί. Όλες τους θα ξαναπήγαιναν στο μαγαζί. Για πάρτη του.

——-

7 ώρες αργότερα, φόρεσε την ισοθερμική στολή του και μπήκε στην πισίνα. Έκανε νόημα στους νοσηλευτές πως το νερό είχε καλή θερμοκρασία και με τη βοήθεια του νοσοκόμου βύθισαν το κορίτσι στο νερό με το ειδικό κάθισμα. Η κοπέλα τον κοιτούσε συνεχώς. Λόγω εγκεφαλικής παράλυσης δεν μπορούσε να στρίψει το κεφάλι της προς το μέρος του και αυτό της προκαλούσε απελπισία.
– Εδώ είμαι. Δε σ’ αφήνω. Ναι;
Το κορίτσι καθησυχάστηκε μα και πάλι λαχταρούσε τα μάτια του. Τα γεμάτα καλοσύνη. Τα ασφαλή μάτια του. Χωρίς να την αφήσει από τα χέρια του, γλίστρησε ελάχιστα το σώμα του μέσα στο νερό για να της χαρίσει βλεμματική επαφή.
– Εδώ είμαι.
Και πράγματι. Ήταν εκεί. Και τα μάτια του εστίαζαν καθαρά στα δικά της. Της χαμογέλασε ξανά. Ζεστά. Οικεία.

Τέντωσε το σώμα του μέσα στο νερό και πήρε την κοπέλα πάνω του, με τη πλάτη της γυρισμένη σε εκείνον. Το χέρι του έτρεξε τους αγκυλωμένους μύες του κοριτσιού. Η εγκεφαλική παράλυση της προκαλούσε συστροφή των χεριών και των ποδιών που έσφιγγαν επώδυνα. Με μαεστρία της ξεκλείδωνε ένα ένα τα νεύρα που μάγκωναν και εκεί, κάτω από το νερό της χάριζε ανακούφιση. Όπως κάθε φορά που “δούλευε” το συγκεκριμένο κορίτσι, έτσι και τώρα είχε ζητήσει να παίζει στην πισίνα moonlight sonata. Έκλεινε τα μάτια του και με το κορίτσι στα χέρια, ήταν ΕΚΕΙ.

Η μητέρα της κοπέλας για άλλη μια φορά ένιωθε παρείσακτη κ απομακρύνθηκε διακριτικά. Κάθισε σε έναν πάγκο και κοιτούσε με υγρά μάτια την κόρη της με τον φυσικοθεραπευτή. Τι όμορφο παλικάρι που ήταν, αλήθεια. Μισόκλεισε τα μάτια και για λίγο αφέθηκε να πιστεύει πως αυτό που έβλεπε δεν ήταν συνεδρία φυσικοθεραπείας, μα ήταν ένα ερωτικό ραντεβού του παιδιού της. Ονειρεύτηκε πως το παιδί της ήταν υγιές και με τον άντρα αυτόν χόρευαν κάτω από το νερό. Άκουγε τους υπόκωφους ήχους ανακούφισης του παιδιού της και φανταζόταν πως ήταν ήχοι απόλαυσης. Ίσως και να ήταν. Ίσως η κόρη της με όλη τη δύναμη της πεντακάθαρης ψυχής της αγαπούσε αυτό το αγόρι που την κρατούσε στα χέρια του. Ίσως να την αγαπούσε και εκείνος. Ίσως αυτό που έβλεπε η μάνα να μην ήταν ένα τσακισμένο κορμί μιας ανάπηρης κοπέλας, ούτε μια τσακισμένη ψυχή – ποιος ξέρει για ποιο λόγο – ενός νεαρού φυσικοθεραπευτή. Ίσως ήταν απλά, δύο εραστές που ζούσαν τη στιγμή της ένωσης τους…

Η σονάτα τελείωσε. Μαζί και η συνεδρία. Με τη βοήθεια του νοσηλευτή, ο φυσικοθεραπευτής έβγαλε την κοπέλα από την πισίνα. Την έβαλαν στο καρότσι της. Η μητέρα της έτρεξε να βοηθήσει και να την σκουπίσει από τα νερά.

Η κόρη μου είναι τυχερή μέσα στην ατυχία της, είπε η μάνα μ’ ένα πικρό χαμόγελο. Έχει εσένα για φυσικοθεραπευτή. Σε περιμένει πως και πως. Για αυτή τη στιγμή ζει.
– Είναι αστέρι η Μαριάννα, είπε εκείνος και αποχαιρέτησε μάνα και κόρη μ’ ένα ζεστό βλέμμα, όπως απομακρύνονταν με τη βοήθεια νοσηλευτών.

Έμεινε μόνος στην αίθουσα, περιμένοντας τον επόμενο ασθενή. Βύθισε τις σκέψεις του στο νερό της πισίνας.

——

Έπεσε εξαντλημένος στο κρεβάτι του. Κοίταξε το ρολόι του. Σε 6 ώρες έπρεπε να είναι στο μαγαζί. Αποκοιμήθηκε στους ήχους της σονάτας.

Ονειρεύτηκε πως ήταν ΕΚΕΙ που έπρεπε να είναι.

 

BLACK.