Είναι 3 την νύχτα, η Λένα κοιμάται βαθιά δίπλα στην μικρότερη αδερφή της. Το παιδικό δωμάτιο είναι τόσο μικρό που χωράει μόνο ένα ημίδιπλο κρεβάτι και παράλληλα μια μεγάλη ντουλάπα. Η βαριά συρόμενη πόρτα δεν κλείνει ποτέ και το μοναδικό παράθυρο, βλέπει τον τοίχο του διπλανού σπιτιού.

Πάντα την αγχώνει αυτό το δωμάτιο την Λένα. Γι’ αυτό προσπάθησε να το γεμίσει ζωγραφιές, παρά τις φωνές και τα μαλώματα της μάνας της. Χαρούμενες παιδικές ζωγραφιές στόλιζαν τους 4 μικρούς τοίχους.

Κάθε βράδυ η Λένα φοβόταν πολύ το σκοτάδι. Και όταν το έλεγε στους γονείς της, εκείνοι της έλεγαν ότι δεν υπάρχει κάτι που πρέπει να φοβάται.”Έχεις καρδία από λαγό”, την πείραζε ο πατέρας της, τρομάζεις εύκολα. Η γιαγιά της από την άλλη της έλεγε να κάνει τον σταυρό της και να λέει μια προσευχή πριν κοιμηθεί για να μην βλέπει εφιάλτες. Σχεδόν κάθε βράδυ όμως οι εφιάλτες ήταν ακόμα πιο τρομακτικοί, ακόμα πιο αληθινοί.

Καθώς κοιμόταν βαθιά απόψε άκουσε έναν δυνατό ήχο, σαν χιλιάδες κουδουνάκια να ηχούσαν στο κεφάλι της. Ξύπνησε σαν από λήθαργο, απότομα και βαριά. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και προσπάθησε να νικήσει το σκοτάδι. Ένα αχνό φως στα πόδια της και κοντά στην πόρτα, της τράβηξε την προσοχή. Κοίταξε επίμονα εκεί με κομμένη την ανάσα. Τότε ξαφνικά είδε μπροστά της ένα ψηλό άντρα με μακριά μαλλιά και μακριά γενειάδα να την κοιτάζει ακίνητος. Φορούσε σκούρα ρούχα σαν ράσα και το πρόσωπο του δεν φαινόταν καθαρά. Η Λένα πάγωσε, η καρδιά της πήγε να σπάσει από τον τρόμο. Ο άγνωστος άντρας έκανε ένα βήμα μπροστά και μπήκε στο δωμάτιο. Τότε γεμάτη πανικό, τράβηξε το σεντόνι πάνω της, προσπάθησε να ανοίξει το φως και άρχισε να κουνάει δυνατά την αδερφή της να ξυπνήσει. “Αμάν ρε Λένα με τις βλακείες σου, άσε με να κοιμηθώ, κάθε βράδυ τα ίδια” της είπε η Μαρίνα και άλλαξε πλευρό. Η Λένα με την καρδιά της να πονά από τον τρόμο, έκλεισε το φως δειλά, κουκουλώθηκε μέχρι πάνω, να μην βλέπει τίποτα γύρω της και προσπάθησε να κοιμηθεί.

Από ένα σημείο και μετά σταμάτησε να λέει στην οικογένεια της τους εφιάλτες της. Δεν υπήρχε λόγος, αφού κανείς δεν μπορούσε να την βοηθήσει. Άρχισε να πεισμώνει και να θέλει να απαλλαγεί από όλο αυτό, έτσι κάθε φορά που έβλεπε κάτι, έλεγε δεν με νοιάζει, δεν σε φοβάμαι, αν και η καρδιά της πήγαινε να σπάσει.

Ένα από αυτά τα βράδια, είδε ένα τρομακτικό μικρό παιδί δίπλα της να προσπαθεί να ακουμπήσει την αδερφή της στο κεφάλι με ένα σαρδόνιο χαμόγελο. Μεταξύ ύπνου και ξύπνιου και φοβερής πάλης ξύπνησε με αναφιλητά. Άνοιξε το φως για άλλη μια φορά και είδε την αδερφή της γεμάτη αίματα στο πρόσωπο. Μέσα στην πάλη του ύπνου της, την χτύπησε και της άνοιξε την μύτη. “Τι μου συμβαίνει επιτέλους” είπε κλαίγοντας με λυγμούς.

Αυτό συνεχίστηκε για χρόνια, ακόμα και όταν έφυγε από το μικρό παιδικό δωμάτιο και πήγε στο δικό της σπίτι με τον αγαπημένο της. Όμως μετά από τόσα χρόνια είχε μάθει η Λένα να αναγνωρίζει τα σημάδια του εφιάλτης της. Το τρομακτικό κουδούνισμα ήταν ο προάγγελος των τρομακτικών πλασμάτων που έβλεπε στο σκοτάδι. Κάθε φορά λοιπόν ξυπνούσε και πολλές φορές δεν έκλεινε μάτι όλη νύχτα για να μην τους κάνει την χάρη να την τρομάξουν για άλλη μια φορά.

Με το πέρασμα του χρόνου μειώθηκαν οι εφιάλτες. Η Λένα έφερε στον κόσμο το πρώτο της παιδί και πάνω από την κούνια του, υποσχέθηκε πως αν ποτέ δει εφιάλτη το σπλάχνο της, θα είναι εκεί και θα μείνει δίπλα του ως το πρωί, για να μην φοβάται. Το πρώτο Πάσχα με το νέο μέλος της οικογένειας, τους βρήκε στο πατρικό σπίτι της Λένας και στο παιδικό της δωμάτιο, που τώρα φαινόταν ακόμα πιο μικρό και αποπνιχτικό. Εκεί κοιμήθηκε το ζευγάρι το βράδυ της Ανάστασης. Η Λένα σχεδόν είχε ξεχάσει τους εφιάλτες και έπεσε για ύπνο ήρεμη και ανυπόμονη να κοιμηθεί, να ξεκουραστεί.

Στις 3 το πρωί άκουσε το γνωστό τρομακτικό κουδούνισμα. Ήταν πολύ κουρασμένη όμως για να σηκωθεί. Δεν είχε κουράγιο και αφέθηκε στον εφιάλτη που θα ζούσε. Άρχισε να νιώθει βάρος στους ώμους της, σαν κάποιος να κάθεται πάνω της. Μεταξύ ύπνου και ξύπνιου σήκωσε τα χέρια της να δει τι ήταν αυτό το βάρος. Με τρόμο ακούμπησε δύο πόδια. Δυο μικρά πόδια ήταν στους ώμους της. Δεν άνοιξε τα μάτια. Φοβόταν για αυτό που θα έβλεπε. Με την αφή ένιωσε το δέρμα του. Ήταν ζαρωμένο και σκληρό, σαν να ήταν γερασμένο, σαν να ήταν καμένο. Έμεινε ακίνητη από φόβο μην της κάνει κακό. Δύο χέρια το ίδιο σκληρά και τρομακτικά την χάιδεψαν στο κεφάλι και ανακάτεψαν τα μαλλιά της με αργές κινήσεις. Κατέβηκαν στο πρόσωπο της, σαν να προσπαθούσε να την αναγνωρίσει. Ξαφνικά την άρπαξε δυνατά από τον λαιμό της. Η Λένα άρχισε να πνίγεται και να προσπαθεί να ελευθερώσει τον εαυτό της από το παράξενο πλάσμα. Τότε εκείνο έσκυψε δίπλα στο αυτί της και της είπε με μια βραχνή και παράξενη φωνή.
– Νόμιζες ότι μου γλίτωσες;

Η Λένα άρχισε να παλεύει με όλη της την δύναμη γεμάτη πανικό αλλά δεν μπορούσε να κουνηθεί καθόλου. Ήταν έτοιμη να παραδοθεί τελείως, όταν ξαφνικά άνοιξε το φως. Είχε ξυπνήσει ο άντρας της. “Τι έπαθες’ της είπε. ‘Είσαι καλά;” Η Λένα ξέσπασε σε λυγμούς. Δυο τεράστιες μελανιές γύρω από τον λαιμό της μαρτυρούσαν την μάχη που έδωσε λίγα λεπτά πριν.

Δεν το ξανασυζήτησαν από εκείνο το βράδυ ποτέ, ήταν κάτι που τους τρόμαξε και τους δύο πάρα πολύ. Ως διά μαγείας οι περίεργες επισκέψεις δεν ξανά ήρθαν στα όνειρα της Λένας, όπως και δεν ξανακοιμήθηκε ποτέ πάλι στο παιδικό της δωμάτιο.

Ίσως κάποιος εκεί μέσα ήθελε κάτι να της πει.