Ο Μάριος σήκωσε το βλέμμα στην μεγάλη οθόνη στον απέναντι τοίχο. Λίγες στιγμές έμεναν πριν την έναρξη. Μια σταγόνα ιδρώτα κύλησε στο μέτωπο του. Ρούφηξε με βουλιμία μια μεγάλη γουλιά από τον φρέντο του και έσκυψε πάνω στο κουπόνι. Ξεκινούσε η γιορτή του ποδοσφαίρου. Το περίμενε μήνες. Ήταν η δική του ευκαιρία για κάτι καλύτερο.
Κάθε μήνα, εδώ και έναν χρόνο, άφηνε στην άκρη 100 με 200 ευρώ τη φορά από τον πενιχρό μισθό του, γι’ αυτή τη στιγμή. Είχε ήδη μαζέψει ενάμιση χιλιάρικο. Αν όλα πήγαιναν καλά, μέσα στον επόμενο μήνα θα τα είχε κάνει τουλάχιστον 20.000.

Δεν είχε καταφέρει πολλά στη ζωή του. Κάθε του μέρα κυλούσε μέσα στην απογοήτευση. Μεγάλωσε ως μοναχοπαίδι μέσα στην αγάπη και την αγκαλιά των γονιών του. Ένα ταλέντο είχε. Την μπάλα. Από έφηβος λάτρευε να κλωτσάει το τόπι. Όλοι οι τοπικοί σύλλογοι τον ζητούσαν και αυτός ένιωθε ο βασιλιάς της γης. Ώσπου μια βίαιη αναμέτρηση τον οδήγησε σε ρήξη συνδέσμων. Το πόδι δεν έγιανε πότε απόλυτα και το όνειρο χάθηκε σε λίγες ανάσες. Πότε δεν συνήλθε τελείως μετά από αυτή την απώλεια. Αρνήθηκε να διαβάσει προκειμένου να σπουδάσει, και ο εφηβικός του χρόνος αναλωνόταν σε τσιγάρα, καφέδες και κόντρες με μηχανάκια.

Ντελίβερι δούλευε, στο σουβλατζίδικο του θείου Κώστα. Μίζερη και ανούσια ήταν η ζωή του. Μόνο φωτεινό σημείο το Σοφάκι. Ένα υπέροχο, λαμπερό κορίτσι που για κάποιο ανεξήγητο λόγο είχε στραβωθεί και τον είχε ερωτευτεί σφόδρα. Γι’ αυτήν είχε καταστρώσει το σχέδιο «Μουντιάλ». Για να πλουτίσει και να μπορέσει επιτέλους να της τάξει τον γάμο που ήθελε. Να φτιάξει και το σπιτάκι που του άφησε η μακαρίτισσα η μάνα του, να κάνουν ένα μικροσκοπικό κουτσουβελάκι, που τόσο λαχταρούσε η ψυχή της Σοφίας αλλά και η δική του, να ανοίξει και εκείνο το μαγαζάκι που αγκαλιασμένοι τα βράδια σχεδίαζαν.

Συμπλήρωσε το Δελτίο με σιγουριά. ‘Αχαστο το στοιχηματάκι. Το ποδόσφαιρο μπορεί να μην του πρόσφερε την δόξα που του είχε τάξει, αλλά οι γνώσεις του πάνω σε αυτό θα του πρόσφεραν την μαγιά για μια αλλιώτικη ζωή. Έκανε να σηκωθεί προς τον πάγκο να καταθέσει το Δελτίο. Το κινητό χτύπησε επίμονα ξανά. Πάλι το Σοφάκι ήταν. Δεν πειράζει. Θα του συγχωρούσε ότι δεν το σήκωσε.

Οι μέρες περνούσαν και οι αγωνιστικές τον είχαν ανταμείψει με το παραπάνω. Όλοι στο πρακτορείο συζητούσαν για τις νίκες του. Άλλοι τον λέγαν κωλόφαρδο, άλλοι του ζητούσαν συμβουλές. Είχε αποκτήσει και παρατσούκλι. Ήταν πλέον «ο γκουρού του Μουντιάλ». Δεν είχε χάσει αγώνα. Πολύ καλύτερα από ότι φανταζόταν. Τα χρήματα είχαν ήδη δεκαπλασιαστεί και βρισκόμασταν μόλις στα μισά της διοργάνωσης.

Μόνο αγκάθι το Σοφάκι. Η Σοφία απεχθανόταν τον τζόγο. Ο πατέρας της πριν χρόνια είχε παρατήσει τη γυναίκα και το παιδί του και βολόδερνε σε λέσχες χαρτοπαικτικές και καζίνο. Γι’ αυτό ο Μάριος δεν τολμούσε να της ομολογήσει το σχέδιο του παρότι πήγαινε υπέροχα. Απλά λοιπόν δεν της σήκωνε τα τηλέφωνα. Στα απελπισμένα της μηνύματα που γράφανε ότι πρέπει να του μιλήσει άμεσα, απαντούσε μονολεκτικά και βιαστικά. «λίγη υπομονή κορίτσι μου, και όλα θα εξηγηθούν. Θα με συγχωρέσεις» σκεφτόταν.

Οι μέρες εξακολουθούσαν να περνάνε μέσα στο πρακτορείο. Στη δουλειά είχε πει ότι είναι άρρωστος ώστε να μην χάνει κανέναν αγώνα. Τα λεφτά στην τσέπη του αυξάνονταν με γοργούς ρυθμούς. Αυτό τον έκανε άπληστο. Πλέον δεν έπαιζε μόνο πριν την έναρξη των αγώνων αλλά και σχεδόν κάθε δεκάλεπτο της διάρκειας τους. Δεν τα πήγαινε άσχημα. Τα 1500 ευρώ είχαν γίνει πλέον περίπου 30 χιλιάδες. Τέσσερα ματς μένανε. Θα τα έδινε όλα για όλα. Έχασε και κάποια στοιχήματα κατά τη διάρκεια, αλλά δεν πτοήθηκε. Με σοφό και καλοσχεδιασμένο στοιχηματισμό, έπαιρνε πίσω τα πονταρίσματα του σχεδόν πάντα. Το τηλέφωνο του είχε κάτι μέρες που είχε σωπάσει. Όμως ο Μάριος δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με αυτό. Θα το έλυνε σε δεύτερο χρόνο. Εξάλλου ήταν και πάλι ο βασιλιάς του κόσμου. Όλα θα τα κατάφερνε.

Έφτασε επιτέλους η βραδιά του τελικού. Το τραπέζι του προποτζίδικου δεν είχε πλέον χώρο για άλλα χαρτιά. Κουτάκια από μπύρες γέμιζαν κάθε σπιθαμή της επιφάνειας του. Φυσικά ο Μάριος πάντα εκεί. Στην τυχερή του καρέκλα. Το γήπεδο κατάμεστο. Όλα μια γιορτή. Τόσο στη μακρινή Ρωσία, όσο και στην άγνωστη γειτονιά του Μάριου. Ο ιδρώτας κυλούσε κατά τη διάρκεια του 45λεπτού όχι μόνο στα σώματα των παικτών των δύο φιναλίστ, αλλά και στο μέτωπο του Μάριου. Το στόμα του είχε στεγνώσει πάρα τις μπύρες, από την αγωνία. Τα χέρια του τρέμανε από απληστία. Η τσέπη του φούσκωνε από τον πάκο με τα 50 και πλέον χιλιάρικα. Ένα ημίχρονο ακόμα και όλα του τα προβλήματα θα είχαν λυθεί. Θα έβρισκε το γυναικάκι του, θα το έπαιρνε αγκαλιά και θα την έραινε με τα 50ευρα. Μόνο λίγο ακόμα. Ο πράκτορας του χαμογελούσε σε κάθε καλή φάση του αγώνα. Ζούσε μαζί του την αγωνία του, μόνος σύμμαχος και πραγματικός γνώστης του μεγέθους της επιτυχίας του. Μια έμπνευση της στιγμής έκανε τον Μάριο να σηκωθεί και να πλησιάσει τον πάγκο.
«Αδερφέ βάλε μου 40 χιλιάρικα στο επόμενο γκολ». Ο πράκτορας γούρλωσε τα μάτια. «Είσαι σίγουρος ρε Μάριε;» ψιθύρισε. «Κάνε ότι σου λέω» είπε αυτός και ο πράκτορας αναγκαστικά συμμορφώθηκε. Μετά από τα απαραίτητα τηλεφωνήματα, κρατούσε στο χέρι το πολυπόθητο χαρτάκι.

Τώρα αδυνατούσε να ακούσει τις φωνές των υπολοίπων θαμώνων. Άκουγε μόνο τον χτύπο της καρδιάς του. Μωρέ, μήπως είχε κάνει βλακεία; Ρίσκαρε σας μια στιγμή το όνειρο τόσων μηνών; Τον κόπο του τελευταίου μήνα; Την μελέτη και το σοφό του πλάνο; Ο ιδρώτας είχε λούσει πλέον κάθε πόρο του. Άναψε ένα τσιγάρο. Ούτε που έδωσε σημασία στο θυμωμένο βλέμμα του πράκτορα. Ας του κόβαν πρόστιμο. Θα το πλήρωνε με τα τελευταία του λεφτά έτσι και έχανε.

Ο Μάριος βάδιζε με έντονο βήμα για το σπίτι του. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που μόλις είχε συμβεί. Το τελευταίο μισάωρο βίωσε συναισθήματα μιας ολόκληρης ζωής. Πήγε στον άλλο κόσμο και γύρισε. Ήταν ο αδιαμφισβήτητος νικητής του φετινού Μουντιάλ. Το δελτίο έκαιγε την τσέπη του. Είχε κερδίσει, ούτε λίγο ούτε πολύ 200 χιλιάδες ευρώ. Αύριο με το που θα άνοιγαν οι τράπεζες, θα πήγαινε να εισπράξει. Τέρμα όλα τα βάσανα. Τα όνειρα του ήταν ήδη εδώ. Ζωντανά. Το σπίτι, το μαγαζί, το Σοφάκι και κυρίως, το πολυπόθητο παιδάκι. Μπήκε στο σπίτι και έβαλε το δελτίο στο συρτάρι. Άνοιξε μια μπύρα να καταλαγιάσει την υπερένταση. Τότε ήταν που άκουσε το κουδούνι. Μα ποιός να ήταν μέσα στα άγρια μεσάνυχτα;

Στην πόρτα είδε μια Σοφία αγνώριστη. Πρησμένη από το κλάμα, χλωμή και αδύναμη. Άνοιξε την αγκαλιά του χαμογελώντας έτοιμος να της πει τα υπέροχα νέα του. Μα αυτή τον κοίταξε στα μάτια και άρχισε να τον χτυπά. «Γιατί; Γιατί χάθηκες κάθαρμα;» δεν πρόλαβε να απαντήσει. Η Σοφία κατέρρευσε. Την πήρε αγκαλιά και την έβαλε στο κρεβάτι. Μόλις αυτή συνήλθε του τα είπε όλα. Ότι τον έψαχνε τόσο καιρό γιατί είχε καταπληκτικά νέα. Ήταν επιτέλους έγκυος. Αλλά δεν τον έβρισκε. Και πανικοβλήθηκε. Σήμερα μόλις είχε πάει σε γνωστό νοσοκομείο και είχε κάνει έκτρωση.
Ο Μάριος δεν μπορούν ένα πιστέψει στα αυτιά του. Την αγκάλιασε και άρχισε να κλαίει. Έτσι τους βρήκε το πρωί. Βουτηγμένους στο πένθος. Ένα πένθος που δεν θα έσβηνε εύκολα, αν έσβηνε ποτέ. Το πολυπόθητο δελτίο θα έμενε για πολλές ακόμα μέρες στο συρτάρι προτού το θυμηθούν.