Μισό λεπτό για να καταλάβω.

Εκεί που καθόταν κάποιος, λέει “ρε συ, δε βάζω να μαγειρέψω αυτό το τριχωτό μυτερό λαχανικό, με τα σάλια και τα σποράκια, αυτό το εξαιρετικά απεχθές πράμα που φύτρωσε και μοιάζει χνουδωτό τσουτσουνάκι – να, καλή ιδέα θα το πω ΜΠΑΜΙΑ” και το έβαλε στο φούρνο ρε αν έχεις θεό με κοτόπουλο! Όπου ασφαλώς, κανένα κοτόπουλο δεν άξιζε ποτέ να πεθάνει για να μαγειρευτεί με μπάμιες, αμαρτία ρε παιδιά! Αν μπορούσε να εκφέρει γνώμη το δόλιο, θα σου έλεγε ‘ρε μάστορα, φτιάξε με πατατούλες, φτιάξε με με κρέμα γάλακτος, θες πανέ; Κάνε με πανέ – να πα να πέσω μόνο μου στη φρυγανιά με το αυγό να κυλιστώ για να με τηγανίσεις, ότι θέλεις κάνε με ρε αρρώστια, μόνο με μπάμιες μη με φτιάξεις, ευχή και κατάρα σου δίνω, άνθρωπε!’. Τίποτα, κάποιοι επιμένουν. Φτιάχνουν μπάμιες.

Μπορώ να καταλάβω τις μπάμιες ως μέσο αντεκδίκησης. Σου σκότωσε τη θεία κάποιος, σου βίασε το χάμστερ, σου έκανε σπόιλερ στο G.O.T. ότι ο Τζον Σνόου είναι νόθος γιος της Σέρσει και του Κωνσταντίνου Αργυρού, εξ ου και το σάουντρακ στην αρχή αν προσέξετε λέει “early morning – you give rights ταν ταν ταααααααααααααααν” εν πάση περιπτώσει θες να προκαλέσεις πόνο σε κάποιον, τσαααααακ τον αναγκάζεις να φάει μπάμιες. Τον ακινητοποιείς, τον πατάς στο λαρύγγι κ γλιστράς μέσα στο φάρυγγα του κουταλιές, με σάλτσα κι όλας. Να δεις, το ξανακάνει;

Φήμες λένε πως δόθηκε ένα πιάτο μπάμιες σε άνθρωπο που είχε να φάει μια βδομάδα, κι έφαγε το πιάτο. Οι μπάμιες εκεί, απείραχτες.

Σε μία χρονοκάψουλα που έχουν στείλει οι επιστήμονες στο διάστημα, έχουν βάλει δείγματα του πολιτισμού μας, μία εφημερίδα, έναν πίνακα ζωγραφικής, ένα ποίημα, ένα μήνυμα ειρήνης και ένα πιάτο μπάμιες. Ως προειδοποίηση. “Μη κάνετε καμιά μαλακία κι έρθετε στον πλανήτη μας, είμαστε οπλισμένοι. Με μπάμιες. Ναι.”

Κι έρχομαι ξανά, να αναρωτηθώ για τον πρώτο αυτό τύπο, που σκέφτηκε πως οι μπάμιες είναι λέει βρώσιμες. Πως του ήρθε; Άραγε είναι ο ίδιος που σκέφτηκε “ρε συ ωραίο φαίνεται αυτό που βγάζει η κότα από τον κώλο της, ας το φάω!” και έβαλε χέρι στο πρώτο αυγό. Και μετά λέει ‘νιώθω περιπετειώδης σήμερα, ας δω τι έχει μέσα σ’ αυτή την κυψέλη’ είπε και πήγε να πάρει μέλι, όπου τον τουμπάνιασαν ασφαλώς οι μέλισσες και πέθανε κι έτσι σταμάτησε τις μαλακίες. Αλλά δυστυχώς για μας, βρέθηκε ο επόμενος – που είχε πλακωθεί στα αρχαία τσίπουρα και μέσα στη σούρα του λέει “τι να φάω τώρα άραγε να ξεσουρώσω;” και πέφτει το μάτι του σ’ ένα δόλιο αρνί που του φάνηκε σέξυ, οπότε σε πρώτη φάση του τραβάει ένα μανίκι – μετά ντράπηκε για την αποτρόπαια αυτή του πράξη και το θυσίασε στον Οντίν και του έβγαλες τις κοιλιές ρε αν έχεις θεό, και τις έκανε πατσά. Πατσά, παιδιά! Το φαγητό που το τρως Σάββατο βράδυ και ξεμυρίζεις Σάββατο βράδυ. 6 μήνες αργότερα. Το φαγητό που οι νορμάλ άνθρωποι το σκέφτονται μόνο και ξερνάνε το πρωτόγαλα της μάνας τους, όχι να το μυρίσουν κιόλας!

Κάποια στιγμή θα μιλήσουμε και για άλλα πράγματα που θεωρητικά τρώγονται, αν και στην πράξη όλοι ξέρουμε πως δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Κάτι ρεβίθια ξέρωγω, κάτι μελιτζάνες παπουτσάκια, κάτι κουνέλια στιφάδο.

Ας μην ξεχνάμε όμως ποτέ τον πρώτο άνθρωπο που έφερε στη ζωή μας το σπουδαίο αυτό αγαθό. Τις μπαμ…. ναι σιγά, λολ.

ΤΑ ΠΙΤΟΓΥΡΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΤΑ ΠΙΤΟΓΥΡΑ!