Ξυπνάς το πρωί με την άκρη του μαξιλαριού στο στόμα σου και μία τσίμπλα στο μέγεθος του Κόναν να στολίζει το μάτι σου. Κάτι σε σκουντάει και σου τραβάει την μπλούζα. Εσύ θες μόνο να κοιμηθείς και να συνεχίσεις να βλέπεις κουλά και ακατανόητα όνειρα, αλλά αυτό που σε τραβάει επιμένει. Ανοίγεις ελαφρά το μάτι, σαν μπουκαπόρτες πλοίου, και βλέπεις μία γλυκιά φατσούλα να σου χαμογελάει.

«Μπαμπά, να σου πω κάτι;»
Είναι η ίδια φάτσα που σου χαμογέλασε, ή νομίζεις ότι σου χαμογέλασε, την πρώτη μέρα στο μαιευτήριο. Η ίδια φάτσα που κοιμόταν στον ώμο σου όταν τον ακουμπούσες απαλά για να ρευτεί, η ίδια φάτσα που έκλαιγε μέσα στην νύχτα και δεν ήξερες τι διάολο να κάνεις. Η ίδια φάτσα που μεγάλωσε, έβγαλε την πάνα, περπάτησε, έτρεξε, πήγε παιδικό σταθμό και τώρα πλησιάζει Α’ δημοτικού.

Κάπου διάβασα την εξής φράση και μπορώ να πω ότι ταυτίζομαι πλήρως:
«Από το μυαλό ενός ανθρώπου περνάνε καθημερινά εκατοντάδες σκέψεις. Ο πεντάχρονος γιος μου θέλει να τις μοιραστεί όλες».
Και όλες, μα όλες, ξεκινάνε από την ύπουλη και διπλωματική φράση… «Μπαμπά, να σου πω κάτι;»

Μπορεί να γυρνάς από την δουλειά κομμάτια, ξεψυχισμένος, με το κεφάλι καζάνι και τα πόδια βαριά με αλυσίδες. Μπορεί να θες απλά να πετάξεις το κορμί σου στον καναπέ, να βάλεις την τηλεόραση να παίζει άχρηστα πράγματα και να κοιτάς το υπερπέραν. Μπορεί να μη θες να ακούσεις κανέναν, τίποτα και οτιδήποτε. Πάντα, μα πάντα, όμως θα έχεις αυτιά και όρεξη γι αυτό το πλάσμα που περιμένει εσένα για να μοιραστεί τον κόσμο όλο.

Θυμάσαι τι σου έλεγαν οι γονείς σου παλιότερα; Ο χρόνος φεύγει, παιδί μου, κυλάει σαν το νερό σε ένα ανεξέλεγκτο ποτάμι. Στιγμές που νομίζεις ότι θα έχεις για πάντα, ξαφνικά σου γλιστράνε και τις κυνηγάς. Χανόμαστε σε άγχη, ευθύνες, ανυπέρβλητες υποχρεώσεις και “σοβαρές” καταστάσεις. Κι όταν το παιδί θέλει να μάθει γιατί ο ήλιος δύει, γιατί το φεγγάρι βγαίνει την νύχτα, γιατί οι άνθρωποι σμίγουν, γιατί χωρίζουν, γιατί τσακώνονται, γιατί αγκαλιάζονται, εμείς απαντάμε με ένα «ώχου αγάπη μου, άσε με είμαι κομμάτια».

Να πω ότι δεν το έχω κάνει αυτό το λάθος; Το έχω κάνει. Κι όταν ξεστόμισα την ατάκα και μαγκώθηκα στην τελευταία λέξη, ελπίζοντας να την πάρω πίσω, τότε είδα το βλέμμα του. Παραίτησης, αδιαφορίας, θλίψης. Για την στιγμή που ο πατέρας δεν ασχολήθηκε δύο λεπτά να απαντήσει σε κάτι πολύ απλό μεν αλλά που σήμαινε τα πάντα για τον ίδιο.

Δεν χρειάζονται υποσχέσεις τα παιδιά. Δεν χρειάζονται κούφια όνειρα και μεγαλόστομες δηλώσεις. Αρκεί να γονατίσεις στο ύψος τους, να τους κοιτάξεις μέσα στα μάτια και να ακούσεις αυτό που έχουν να σου πουν. Ο ενθουσιασμός στο πρόσωπό τους δείχνει κάτι που εμείς έχουμε χάσει εδώ και πολλά χρόνια, κολλημένοι στον δικό μας ατέρμονο κύκλο.

Όταν εγώ λοιπόν κοιτάω τον μικρό στα μάτια, φροντίζω να ξεχάσω τον σαματά που γίνεται τριγύρω μου. Τον κλείνω σε ένα όμορφο, μεγάλο κουτί και τον πετάω στην γωνία. Εκείνη την στιγμή είμαι εγώ κι εκείνος, ο κόσμος του με τον κόσμο μου. Είμαι ο φίλος που του πήρε το παιχνίδι το πρωί, η δασκάλα που τον μάλωσε, το κοριτσάκι που του έδωσε ένα φιλί, ο περιπτεράς που τον κέρασε σοκολάτα, η γιαγιά που του έδωσε κρυφά χαρτζιλίκι.

Είμαι αυτά που θέλει να είμαι κι όταν ακούω την ερώτηση «Μπαμπά, να σου πω κάτι;» θα αγνοήσω τα πάντα και θα τον ακούσω. Γιατί έτσι με έκανε και συνεχίζει να με κάνει καλύτερο άνθρωπο.

Γιε μου, να σου πω εγώ τώρα κάτι;
Σε ευχαριστώ για όλα.