Πάντα οι γιορτές μου προκαλούσαν μελαγχολία. Παρόλη την χαρούμενη ατμόσφαιρα το μυαλό μου έκανε throw back. Σκεφτόμουν τα άτομα που έλειπαν, αυτούς που θα ήθελα να έχω κοντά μου, στιγμές που πέρασαν, λάθη που θα μπορούσα να είχα αποφύγει. Τα τελευταία χρόνια η Πρωτοχρονιά χάνει λίγη από την λάμψη της. Δεν είναι το ίδιο μαγική. Θα μου λείπει πάντα κάτι. Θα αποφεύγω το βλέμμα του αδερφού μου. Αυτό το βλέμμα που σε κάθε Πρωτοχρονιά αδειάζει. Που όσο κι αν προσπαθεί να το παίξει άνετος καταλήγει να βρίσκει προφάσεις για να απομονωθεί. Κάθε Πρωτοχρονιά γιορτάζει ο μονάκριβος του. Το αγόρι του, ο Βασίλης του. Που για έναν εγωισμό έχει χρόνια να δει. Που για μια άθλια επιβεβαίωση ισχυρότητας κάποια επέλεξε να του τον στερήσει.

Ακόμη θυμάμαι όταν μας ανακοίνωσε τη γέννηση του. Έλαμπε ολόκληρος. Είχε γεμίσει το δωμάτιο του μαιευτηρίου με μπλε μπαλόνια. Έκλαιγε από ευτυχία. Γεννήθηκε ο πρίγκιπας μου, μας έλεγε. Κι εγώ να χαίρομαι με την χαρά του. Που να ήξερε πόσο λίγο θα κρατούσε. Εννιά μόνο μέρες. Το ξημέρωμα της δέκατης ήταν εφιάλτης. Η μάνα του παιδιού αποφάσισε ότι πλέον δεν της ήταν χρήσιμος. Του ανακοίνωσε ότι πιθανόν και να μην ήταν δικό του. Σε μια μόνο στιγμή τον γκρέμισε. Του κατέστρεψε την ζωή. Μια ζωή που του χρωστούσε πολλά. Που τον άφησε για εννιά μέρες να νιώσει την απόλυτη ευτυχία και θέλοντας να παίξει του την πήρε πίσω.

Δεν μπορώ ποτέ να ξεχάσω τι πέρασε. Τι περάσαμε όλοι. Ξεκίνησε μια ατελείωτη δικαστική διαμάχη. Διαζύγιο, τεστ DNA, κατηγορίες. Κι αυτός να προσπαθεί. Να προσπαθεί να κερδίσει μια ήδη χαμένη μάχη. Αποδείχθηκε ότι ήταν δικό του το παιδί. Η πρώην όμως είχε ήδη βρει τον επόμενο. Αρνήθηκε κάθε επαφή μαζί του. Ευθαρσώς δήλωσε πως γι’ αυτήν ήταν απλά ένας σπερματοδότης. Ότι το παιδί έχει πατέρα.

Μέχρι να αποδειχθεί η πατρότητα πέρασαν τρία χρόνια. Το δικαστήριο όρισε επικοινωνία. Απίστευτα δύσκολες στιγμές με ένα τρίχρονο που βρέθηκε ξαφνικά μεταξύ αγνώστων. Προσπαθήσαμε πολύ για να μπορέσει να μας νιώσει οικογένεια. Ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη μας όμως που τα καταφέραμε. Κι έγινε ο Βασίλης το φως στις ζωές μας. Επιτέλους ήμουν θεία. Έκλαιγε και γαντζωνόταν επάνω μας όταν έπρεπε να γυρίσει στην μαμά του. Κι εμείς να του υποσχόμαστε ότι σε λίγες μέρες θα είμαστε πάλι μαζί.

Πόσα απογεύματα περάσαμε έτσι. Με παιχνίδια κι αγκαλιές. Ο πατέρας μου έλαμπε ολόκληρος. Σ’ αγαπώ περισσότερο από όλους στον κόσμο, έλεγε ο μικρός κι αυτός γινόταν πάλι παιδί και καμάρωνε. Δυστυχώς όμως για μια ακόμη φορά ο εγωισμός υπερίσχυσε. Η μάνα του ένιωσε να απειλείται. Πέρασε ένας χρόνος και το παιδί δενόταν με την οικογένεια μας κάθε μέρα και πιο πολύ. Δεν ξεκολλούσε από την αγκαλιά του μπαμπά του. Δεν ήθελε να γυρίσει στο σπίτι του. Κι έτσι αποφάσισε να παίξει βρώμικα. Ο άντρας της ζήτησε μετάθεση κι έφυγαν στην άλλη άκρη της Ελλάδας. Κάθε φορά που μιλούσαμε με το παιδί στο τηλέφωνο ρωτούσε ποτέ θα πάμε να το πάρουμε. Ώσπου σταδιακά έπαψε. Ούρλιαζε μόνο “είναι κακός, δεν θέλω να του μιλήσω”. Σε μια προσπάθεια επικοινωνίας τον κλωτσούσε και φώναζε “να φύγεις, δεν είσαι εσύ ο μπαμπάς μου”.

Πέρασαν πλέον σχεδόν πέντε χρόνια. Κάθε προσπάθεια πέφτει στο κενό. Πλέον δεν σηκώνει καν το τηλέφωνο. Σχεδόν πέντε χρόνια με την σκέψη στον γιο του. Αυτόν τον γιο που δεν είδε να μεγαλώνει, που δεν ήταν δίπλα του την πρώτη μετά στο σχολείο, που γι’ αυτόν είναι πλέον ένας άγνωστος. Ο δικαστικός αγώνας συνεχίζεται. Δυστυχώς όμως το παιδί έχει δηλητηριαστεί από την μάνα. Που έβαλε πάνω από την ψυχική υγεία του παιδιού της τον εγωισμό της. Που έλεγε, όταν ο μικρός έκλαιγε και ζητούσε τον μπαμπά του, ότι τον παράτησε και δεν τον θέλει.

Πονάω. Πονάω βλέποντας τον αδερφό μου να καταρρέει καθημερινά. Που δεν έχει καμία διάθεση να προχωρήσει στην ζωή του. Που παίρνει αγκαλιά τ’ανήψια του και βουρκώνει. Που προσπαθεί να μαντέψει πόσο θα έχει ψηλώσει και πως θα μοιάζει το δικό του παιδί. Που την ημέρα των γενεθλίων του πίνει μέχρι αναισθησίας. Που κάθε Πρωτοχρονιά το βλέμμα του αδειάζει. Πονάω βλέποντας τον πατέρα μου να προσπαθεί να σκουπίσει κρυφά τα δάκρυα του. Την μάνα μου να μιλάει στις φωτογραφίες του. Πονάω και μου κόβεται η ανάσα. Και πάντα αναρωτιέμαι. Τι είδους άνθρωπος μπορεί να προκαλέσει τόσο πόνο και να εξακολουθεί να ζει δίχως τύψεις; Τι είδους άνθρωπος μπορεί να καταστρέψει μια ζωή τόσο εύκολα; Και για ένα μόνο καπρίτσιο κι εγωισμό να κάνει τόσους ανθρώπους να πονάνε;

Ελπίζω κάποια στιγμή να τα καταφέρουμε. Να μπορέσουμε και πάλι να τον έχουμε κοντά μας. Θα έχουμε χάσει όμως τόσα πολλά. Τόσα χρόνια, τόσες στιγμές. Μέχρι τότε όμως θα πονάμε. Γιατί είναι ένα δικό μας κομμάτι που κάποιος μας πήρε μακριά.