Στεκόταν στην πόρτα κρατώντας ένα αστραφτερό κόκκινο αυτοκινητάκι.
Το χαμόγελό του πλατύ ,τα μάτια του σπίθιζαν πονηρά.
«Πού είναι το παιδί;»μου λέει
«Κοιμάται» απαντώ. «Τι είναι αυτό;;;Τι έκανες πάλι, βρε αγάπη μου, πόσο το πήρες; το παιδί είναι μικρό, πώς θα το καβαλήσει;»
Παραμέρισα να μπει.
Τον ακολούθησα στο μπαλκόνι που πήγε για να κρύψει το αυτοκινητάκι ,εώς ότου ξυπνήσει η κόρη μας, να της κάνει έκπληξη.
«Μα το ζήτησε, τι δεν καταλαβαίνεις;» με ρώτησε
«Εντάξει, το ζήτησε. Κι αν αύριο ζητήσει ένα πύργο, θα της τον πάρεις;»
«Φυσικά, αν μπορώ, θα της τον πάρω. Κι αν δεν μπορώ, θα μπορέσω. Ίσως αργότερα, μα θα μπορέσω»
Τον κοίταξα.
Κι άρχισα τις θεωρίες περί υπερβολής και υπερδοσολογίας και υπερπαροχών. Δεν γινόταν να ικανοποιεί κάθε τι!

«Μην τα κακομαθαίνεις, πρέπει να έχουν ένα μέτρο ,πρέπει να μάθουν πως δεν γίνονται όλα τα χατίρια σ αυτήν την ζωή, πρέπει να είναι αυστηρός, τι σκατά πατέρας είναι,πρέπει,πρέπει,πρέπει»
Δεν μιλούσε, δεν απαντούσε.
Πάντα έφερνε, πάντα μουρμούραγα, δεν έκανε πίσω ακόμη κι όταν η οικογένεια μεγάλωσε και πάντα κάτι κρατούσε κι έμπαινε μέσα και τα παιδιά σκαρφάλωναν πάνω του «μπαμπά, μπαμπά, τι μου έφερες;»
Και δώστου εγώ: «έτσι, μάθε τα να σε κοιτάνε στις τσέπες, μην φέρνεις συνέχεια, ξέρεις τι έκανε ο μεγάλος; μάλωσε με τον μικρό και αρπάχτηκαν στα χέρια»
Κι εκείνος τους φώναζε «ελάτε εδώ ,μην κάνετε τέτοια, μην είστε μαλάκες ρε» και δώστου «χαχαχα» τα μικρά «άντε, φρόνιμα τώρα, πάρτε και αυτά και πηγαίντε να παίξετε,ΦΡΟΝΙΜΑ,Ε;»
«Όχι, δεν γίνεται αυτό να συνεχίζεται, μου χαλάς όλη τη δουλειά, εγώ τα μαλώνω και προσπαθώ να βάλω μια τάξη κι εσύ τα χαλάς, ομάδα πρέπει να είμαστε, όχι ο καθένας ό,τι γουστάρει»

Έξαλλη μ έκανε, έξαλλη!
Έξαλλη ήμουν κι εκείνο το βράδυ, κατάκοπη και έξαλλη.
Καθόλου καλός συνδυασμός για οτιδήποτε άλλο, πέρα από το να πέσω να κοιμηθώ και να ξυπνήσω όταν θα έχουν ενηλικιωθεί όλα.
Μόλις είχα διαβάσει για 20η φορά το παραμύθι της καληνύχτας, είχα σβήσει τα φώτα και πήγα στην κουζίνα, να μαζέψω τα βραδινά και να στρώσω τραπέζι μπας και ρημαδοφάμε ήσυχα μια φορά.
Άκουσα το κλειδί στην πόρτα.
Αχ, ας έχουν κοιμηθεί, μην τον ακούσουν…

Μπήκε μέσα σιγά, έβγαλε το μπουφάν του, οι τσέπες φούσκωναν από τις λιχουδιές, ευτυχώς τα παιδιά είχαν κοιμηθεί,ησυχία…..
Όχι, δεν ήμουν έτοιμη για κουβέντες, όχι.

«Ξέρεις, πως όταν ήμουν μικρός έμενα στο απέναντι σπίτι, έτσι δεν είναι;»
«Το ξέρω, φυσικά και το ξέρω»
«Μπορώ να στο περιγράψω γωνιά γωνιά. Σκοτεινό είναι και ψηλοτάβανο και κρύο το χειμώνα. Το παράθυρο της αυλής, είναι η κουζίνα, εκεί η μάνα μου μου έφτιαχνε τηγανίτες όταν διάβαζα τα μαθήματά μου έγκαιρα και δεν χαζολογούσα. Είχαμε ένα τραπέζι ξύλινο κι εκεί διάβαζα, άναβε και την σόμπα να είμαστε ζεστά.
Το ένα παράθυρο του δρόμου, το πρώτο, είναι η κρεβατοκάμαρα. Εκεί, όταν ήταν σπίτι, αργότερα στην αρρώστια, μου ζητούσε να τραβάω την κουρτίνα, να βλέπει λίγο ουρανό και να της κάνω παρέα. Μ έβαζε να της διαβάζω αλλά εκείνη είχε κλειστά τα μάτια….
Στον διάδρομο, είχαμε τις εικόνες κι ένα καντηλάκι που η θεια μου άναβε κάθε μέρα.
Εγώ μια φορά μόνο κοντοστάθηκα εκεί κι είπα «παναγία μου, κάνε να μην πεθάνει η μάνα μου»
Δεν μου το έκανε το χατίρι κι από τότε δεν ξανακοίταξα προς τα εκεί ποτέ.
Το άλλο παράθυρο είναι το σαλόνι.
Σ εκείνο το παράθυρο όταν πέθανε η μάνα μου ξεροστάλιασα να περιμένω να έρθει ο Άη Βασίλης.
Ούτε αυτός ήρθε ποτέ. Οκτώ χρονών παιδάκι ήμουν και περίμενα, κοιτούσα τους άδειους δρόμους, ποτέ δεν ήρθε κ αυτός κι ήμουν σίγουρος πια πως με ξέχασε κι αυτός όπως κι όλοι από τότε που πέθανε η μάνα μου.
Από τα οκτώ μου παιχνίδι δεν κράτησα, στα δώδεκά μου βγήκα στην δουλειά. Παιδί ήμουν για λίγο, πολύ λίγο. Θέλω να είμαι παιδί, τώρα με τα παιδιά μου. Θέλω να κρατώ λιχουδιές κα παιχνίδια και να κάνω χατίρια όσα δεν μου έκαναν ποτέ εμένα. Θέλω αστραφτερά χριστουγεννιάτικα δέντρα και στολίδια, θέλω περιτυλίγματα από καραμέλες και δώρα.
Θέλω να μεγαλώσουν και να λένε «ο μπαμπάς μου με κάνει και χαίρομαι» κι όχι πένθος και σκοτεινιά κι αγριάδα όπως ο δικός μου.
Θέλω αυτά για τα παιδιά μου. Για μένα. Θέλω να καταλαβαίνεις κι εσύ. Το χρειάζομαι να καταλαβαίνεις κι εσύ. Μα αν δεν καταλαβαίνεις, αλήθεια, δεν με νοιάζει. Πίσω δεν κάνω εγώ σ αυτό. Πάντα θα φέρνω, πάντα θα δίνω, ναι, χωρίς μέτρο και θέλω να καταλαβαίνεις. Ήσουν τυχερή στην ζωή σου, είχες οικογένεια, εγώ ήμουν άτυχος, ορφάνεψα, άσε με να νιώθω τυχερός με αυτό που μόνος μου έφτιαξα»

Μάζεψα τα πιάτα.
Κοιμόταν όταν πήγα κι εγώ για ύπνο.
Βρήκα το παντελόνι, πήρα τις λιχουδιές από τις τσέπες του.
Τις χώρισα στα τέσσερα μικρά βουναλάκια στο τραπέζι της κουζίνας.
Πήρα ένα χαρτί κι έγραψα «δεν σας πρόλαβα χθες, αλλά δεν σας ξέχασα – ΜΠΑΜΠΑΣ»

Δεν ξαναγκρίνιαξα από τότε…..