«Τελικά ρε σακερ δεν θα σε ξεφορτωθούμε ποτέ απ’ αυτή την οικογένεια, επιβιώνεις σαν τις κατσαρίδες ρε φίλε!» είπε ο αδερφός μου την ώρα που έχω βγει από το χειρουργείο μετά από εγχείρηση χιαστού στο γόνατο (που το κατάφερα την ώρα που προσπαθούσα να αποδείξω τις γυμναστικές μου ικανότητες κατεβάζοντας τις κουρτίνες στο σπίτι μου και κατάφερα να φύγω κάτω από την καρέκλα ωσάν ιπτάμενο μπαούλο κόβοντας κάτι μέσα στο γόνατο που τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν χρήσιμο για να μένει στη θέση του.)

Όπως βλέπετε, στη δική μου οικογένεια διαθέτουμε τεράστια αποθέματα μπλακ χιούμορ. Ό,τι και να συμβεί το καταστρέφουμε εντελώς και γελάμε τόσο πολύ στη συνέχεια με αυτό, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι γύρω μας είναι πολύ πιθανό να μας χαρακτηρίζουν από γελοίους (ευγενικός ευφημισμός) έως ψυχωτικούς που ακόμα δεν τους έχουν βάλει στο ίδρυμα. Καλά, δεν είμαστε όλοι έτσι, ευτυχώς που υπάρχει και η μανούλα να κρατάει ισορροπίες αφού όταν ξεφύγουμε και αρχίζουμε να συζητάμε γελώντας πράγματα όπως «Τελικά ρε πατέρα πως θέλεις να είναι ο τάφος σου; Με λουλούδια ή μάρμαρο» «Δε γαμιέται, αν βάλεις λουλούδια θα τα σαπίσεις όπως με τα δικά σου στη βεράντα, σιιιγά μην ζήσουν τα δικά μου οπότε ρίξε ένα μάρμαρο ρε κόρη, εκεί που θα πάω δε νομίζω πως θα με νοιάζει ιδιαίτερα» η μαμά θα αρχίσει να ουρλιάζει «Τι βλακείες είναι αυτά που λέτε;;; Φτου φτου φτου (φτύσιμο κόρφου) Έχετε ξεφύγει εντελώς!! ΣΑ-ΔΕ-ΝΤΡΕ-ΠΕ-ΣΤΕ!!!!!!!!» κοιτώντας μας με το απαξιωτικό είστε-για-κλάματα-απαξιώ-και-να-σας-μιλήσω-άλλο βλέμμα που το έχουμε φάει στη μάπα τόσα χρόνια κι απλά δεν την κοιτάμε όταν μας μιλάει. Αλλά σταματάμε τη συζήτηση. Μέχρι να φύγει από το δωμάτιο. Και μετά το τερματίζουμε μέχρι να τρέξουν δάκρυα από τα μάτια μας, γεγονός που έχει συμβεί ουκ ολίγες φορές.

Αν με ρωτήσετε πως ξεκίνησε αυτό με το μαύρο χιούμορ, δεν ξέρω να σας απαντήσω. Θυμάμαι όμως εκείνες τις φορές σαν έφηβη να κλαίω γοερά γιατί ο τότε γκόμενος δεν με ήθελε και ο αδερφός μου να με παρηγορεί ενώ ταυτόχρονα να μου λέει ατάκες του στιλ «Έλα ρε συ, καταλαβαίνω ότι πονάς αλλά σκέψου πόσο θα πονέσει αυτός όταν πάω να τον βρω και τον πηδήξω, καλά καλά, μην κλαις δεν θα πάω εγώ, θα πάρω και τους κολλητούς και εγώ απλά θα του κρατάω τα μαλλάκια του όσο αυτοί θα τον …….., έλα ρε συ, μη γελάς, θα είμαι τρυφερός μαζί του, ΜΑ ΚΑΛΑ ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΤΟΥ ΚΑΝΩ, ΟΧΙ ΤΩΡΑ, ΠΕΣ ΜΟΥ, καλά να είναι ευτυχισμένος ο μαλάκας με την επόμενη ΤΩΡΑ ΟΚ;;; » Και εκεί, εν μέσω δακρύων, μύξας και λυγμών να ξεσπάω σε γέλια μέχρι να μη μπορώ να σταθώ όρθια. Και ξαφνικά ο πόνος του φευγάτου να γίνεται σιγά σιγά μία ανάμνηση.

Η ζωή είναι ένα αδιάκοπο δράμα. Είναι γεμάτη πόνο, δυσκολίες και προβλήματα. Αυτό θα σου πουν οι περισσότεροι που έχω γνωρίσει όλα αυτά τα χρόνια. Κοινώς, οι ευχάριστες στιγμές είναι ελάχιστες και πρέπει πάντοτε να είμαστε έτοιμοι για το χειρότερο.

Ναι καλά.

Στη δική μου οικογένεια ποτέ δεν ίσχυσε αυτό. Όχι γιατί δεν υπήρξαν όλα τα παραπάνω. Και ο πόνος και οι δύσκολες στιγμές και η απώλεια. Απλά γιατί το μότο της οικογένειας ήταν πάντα το εξής «Οκ, ό,τι συνέβη, συνέβη, ξέρεις ότι τα πράγματα θα πάνε καλά στο τέλος, πάντα πάνε καλά στο τέλος οπότε οφείλεις στον εαυτό σου να δεις τη θετική πλευρά της ζωής. Κι εμείς θα είμαστε δίπλα σου για να σε στηρίξουμε μέχρι να φύγει το πρόβλημα μακριά».
Όταν ήμουν μικρή αναρωτιόμουν «μα πως στο καλό θα πάνε καλά τα πράγματα;; Αφού τώρα η καλύτερη φίλη μου δεν με παίζει, τώρα με τιμώρησε ο δάσκαλος, τώρα έσπασε το καλύτερο παιχνίδι μου, πώς να δω τη θετική πλευρά της ζωής;» Μέχρι που συνειδητοποίησα, ενήλικη πλέον, ότι κοιτώντας πίσω ξέχασα την καλύτερη φίλη γιατί έκανα άλλες καλύτερες φίλες, ξέχασα την τιμωρία του δασκάλου γιατί είχα το αφεντικό μου να μου σπάει τα νεύρα, ξέχασα το σπασμένο παιχνίδι γιατί πλέον είχα άλλα πράγματα να ασχοληθώ. Τα προβλήματα (ή μάλλον οι προκλήσεις) πάντα θα υπάρχουν. Αντικαθίστανται και μεταλλάσσονται μέσα στην πάροδο του χρόνου. Αυτό δεν αλλάζει. Το μόνο όμως που μπορεί να αλλάξει είναι ο τρόπος που θα τα διαχειριστούμε. Κι αν το αντιμετωπίσουμε κοιτώντας μακριά και βλέποντας το φως που θα έρθει, γιατί θα έρθει και το ξέρουμε, τότε εξαφανίζεται το δράμα στη ζωή μας και ξαναπατάμε στα πόδια μας για να πάμε παρακάτω πιο γρήγορα.

Όταν ο μπαμπάς μου ανακάλυψε ότι έχει καρκίνο του προστάτη και μπήκε στο νοσοκομείο, μαζεύτηκε όλη η οικογένεια γύρω από το κρεβάτι του το προηγούμενο βράδυ της εγχείρισης και βγάζαμε φωτογραφίες. Τι φωτογραφίες; Το μπαμπά να κοιτάει μέσα από το παντελόνι της πιτζάμας με δυστυχισμένο βλέμμα και τη μαμά να κρατάει τα μάγουλα της μπροστά του σε στιλ «τι θα κάνουμε τώρα παναιά μου;;;»

Ξέραμε τι θα κάνουμε όλοι μας. Θα γελάγαμε μέχρι να ξορκίσουμε το κακό. Και τα καταφέραμε.