Ξύπνησε μες τη νύχτα μ’ εκείνο τον γνώριμο πανικό. Ο ιδρώτας που τον είχε λούσει σίγουρα δεν ήταν από την αφόρητη ζέστη. Η δύσπνοια και το βάρος στο στήθος δεν προκλήθηκαν από την αποπνικτική ατμόσφαιρα της κρεβατοκάμαρας.

Εκείνος ο εφιάλτης πάλι… Πόσα χρόνια είχαν περάσει άραγε; Έχασε το μέτρημα πια κι όμως εκεί, αυτός ο εφιάλτης επιμένει, δεν τον αφήνει να ησυχάσει. Εκεί, κάθε φορά του δηλητηριάζει την ψυχή. Σαν κατάρα που τον ακολουθεί για όσο ζει. Το υποσυνείδητό του επαναλαμβάνει σαν ταινία τη νύχτα εκείνη με όλες τις λεπτομέρειες. Βήμα βήμα. Ξανά και ξανά. Τόσα χρόνια ψάχνει απεγνωσμένα τον τρόπο να λυτρωθεί από το βάρος που κουβαλάει στην ψυχή του, να γαληνέψει, και κάθε φορά καταλήγει απογοητευμένος στο ίδιο συμπέρασμα: Δεν θα λυτρωθεί ποτέ! Οι ενοχές θα τον κυνηγούν για πάντα. Κι ο φόβος. Αυτός ο φόβος… Αν δεν είχε χάσει την βέρα του τότε, δεν θα φοβόταν τόσο πολύ. Όμως έγινε κι αυτό για να τον αποτελειώσει.

Έριξε μια ματιά στο διπλανό του μαξιλάρι. Κοιμόταν ήρεμη. Ήρεμη γιατί δεν ήξερε… Η μεγαλύτερη αγωνία της ζωής του. Να μην μάθει τίποτα η Ελένη. Αχ η Λενιώ του δεν θα το άντεχε. Όχι, στα σίγουρα δεν θα άντεχε. Έπρεπε να την προστατέψει κι εκείνη. Μεγάλο το βάρος που είχε να σηκώσει στις πλάτες του και πολλές φορές φοβήθηκε μην λυγίσει. Όμως τα κατάφερε τόσα χρόνια. Και να σκεφτεί κανείς ότι δεν ήξερε ποτέ του να κρατά μυστικά. «Άμα το ξέρει ο Σήφης το ξέρει όλο το χωριό!» έλεγε η μάνα του όταν ήταν μικρός. Αλλά τώρα τα κατάφερε. Πώς θα μπορούσε να μην τα καταφέρει άλλωστε! Μ’ αυτό το μυστικό κρατά στα χέρια του την ζωή του παιδιού του. Την ζωή της οικογένειάς του. Πόσο αδιανόητα βαρύ φορτίο είναι αυτό για έναν πατέρα; Κι όλα αυτά για μια στιγμή. Πόση ώρα θέλει να γίνει το κακό; Μια καταραμένη στιγμή… Πόσο ήταν η Αντιγόνη τους τότε; Μόλις είκοσι. Όλη η ζωή μπροστά της. Είκοσι χρονών κορίτσι…

Μα τι στο καλό έπαθε και τα σκέφτεται όλα αυτά νυχτιάτικα; Έσφιξε τα μάτια, λες κι έτσι θα στράγγιζε τις σκέψεις να αδειάσει το κεφάλι του. «Χαρές έχουμε σε λίγες μέρες!» υπενθύμισε στον εαυτό του και έδωσε μια και σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στη Λενιώ του μην τυχόν την ξυπνήσει. Έφτασε αθόρυβα στην κουζίνα και ανοίγοντας το ψυγείο απόλαυσε για λίγα δευτερόλεπτα την δροσιά. Πήρε ένα μπουκάλι νερό και βγήκε στην αυλή. Η σκέψη για τον γάμο της μοναχοκόρης τους του έφτιαξε για λίγο την διάθεση. Όμως πάντα υπήρχε μια σκιά… Πήρε βαθιά ανάσα και γύρισε στο κρεβάτι. Στριφογύριζε αρκετή ώρα, ως που τελικά τον πήρε ο ύπνος. Και τότε άρχισε πάλι να τινάζεται…

Είναι μεσάνυχτα. Χτυπά το τηλέφωνο. Πετάγονται και οι δύο τρομαγμένοι. Η Αντιγόνη είχε νυχτερινή έξοδο, το μυαλό τους πάει στο κακό. Ο Σήφης το σηκώνει. Η Ελένη έχει χάσει όλο το αίμα από το πρόσωπό της. Λίγες κουβέντες, κοφτές. Κλείνει το ακουστικό. Βαθιά ανάσα, αλλάζει ύφος.
«Εντάξει δεν είναι τίποτα Λενιώ μου, η Αντιγόνη μας έμεινε από μπαταρία στο αμάξι και δεν μπορεί να γυρίσει σπίτι. Θα πάω δυο λεφτά να το βάλω μπρος και επιστρέφουμε μαζί.» λέει με μια ανάσα καθώς φορά το παντελόνι του βιαστικά. Η Ελένη ξαναβρίσκει το χρώμα της. Ο Σήφης τρέχει στο αυτοκίνητό του. Οδηγεί σαν τρελός μες τη νύχτα. Εύχεται να κατάλαβε καλά για το που του είπε η Αντιγόνη να πάει. Εύχεται να μην κατάλαβε καλά για αυτό που του είπε ότι συνέβη. Ευτυχώς καλά είχε καταλάβει. Δυστυχώς καλά είχε καταλάβει…

«Έλα βρε Σήφη μου ξύπνα! Ξύπνα και περιμένει το παιδί να πάμε να παραλάβουμε το νυφικό! Έι! Σηφη! Ξύπνα σου λέω, τι έπαθες;» η Ελένη τον ταρακούνησε από τον ώμο. Άνοιξε τα μάτια του με δυσκολία και φαινόταν πως έκανε προσπάθεια για να καταλάβει που βρισκόταν. Η Αντιγόνη περίμενε στην αυλή. Όμορφη, λαμπερή, χαρούμενη.
«Άντε μπαμπάκα μου! Γάμο έχουμε μεθαύριο!» του έδωσε ένα γλυκό φιλί στο μέτωπο.
Η μέρα κύλησε γρήγορα. Ως αργά στην πόλη, μαγαζιά, ετοιμασίες, άγχος, χαρά, ανυπομονησία. Νύχτωσε πριν το καταλάβουν. Έπεσαν για ύπνο εξαντλημένοι. Άρχισε πάλι να ιδρώνει και να στριφογυρνά ανήσυχος.

Σκοτάδι. Έρημος ο δρόμος. Ακόμα και την ημέρα από εκεί σπάνια περνούσε αυτοκίνητο. Η Αντιγόνη του μέσα στο αυτοκίνητο. Τρέμει. Ρίχνει μια γρήγορη ματιά μπροστά από το αυτοκίνητο. Ένας άνθρωπος. Πεσμένος στον δρόμο. Ακίνητος. Ανοίγει την πόρτα του οδηγού.
«Μπαμπά μου, δεν το ήθελα! Στ’ ορκίζομαι δεν το ήθελα! Δεν ξέρω από πού πετάχτηκε. Ήταν σκοτεινά. Δεν πρόλαβα να φρενάρω. Δεν το ήθελα μπαμπά μου!» το κοριτσάκι του τρέμει.
«Περίμενε εδώ.» λέει μόνο και της κλείνει την πόρτα. Σκύβει κοντά σ’ εκείνον τον άνθρωπο για λίγο κι ύστερα πάλι ξανανοίγει.
«Άκου με καλά! Είναι ζωντανός. Ίσως έχει χτυπήσει λίγο. Θα τον πάω στο νοσοκομείο. Εσύ πάρε το δικό μου αμάξι και πήγαινε να με περιμένεις λίγο έξω απ’ το χωριό. Μέσα στο αυτοκίνητο. Πρέπει να γυρίσουμε μαζί στο σπίτι. Σύμφωνοι;» ακούγεται ψύχραιμος.
«Σίγουρα είναι ζωντανός;» δείχνει δύσπιστη.
«Ναι παιδί μου σου λέω! Άντε κάνε τώρα ότι σου είπα!»
Η Αντιγόνη υπακούει ανακουφισμένη.

Σαν ελατήριο πετάχτηκε επάνω ιδρωμένος. Η Ελένη τρόμαξε. «Τι έπαθες Σήφη μου; Γιατί είσαι τόσο ανήσυχος; Όλη νύχτα στριφογύριζες.»
Πήρε δυο βαθιές ανάσες. Συνειδητοποίησε πως είχε ξημερώσει.
«Από την αγωνία μου για τον γάμο θα ‘ναι. Θα κάνεις τα καφεδάκια μας Λενιώ μου;» προσπάθησε να χαμογελάσει.
«Βέβαια Σήφη μου! Παραμονή του γάμου σήμερα!» η Ελένη φόρεσε τη ρόμπα της και έτρεξε στην κουζίνα χαρούμενη.
Το μεσημέρι το σπίτι τους γέμισε με κόσμο. «Η παρηγοριά της νύφης» έτσι το έλεγαν στα μέρη τους. Την παραμονή του γάμου φίλοι και συγγενείς συνήθιζαν να μαζεύονται στο πατρικό της νύφης για να της κάνουν συντροφιά ως που να περάσει η τελευταία μέρα μακριά από τον αγαπημένο της και να την κάνουν να ξεχάσει για λίγο την αγωνία της για τον γάμο. Φυσικά όλο αυτό συνοδευόταν από ένα τεράστιο τραπέζι γεμάτο φαγητά, άφθονο κρασί, μουσική και χορούς. Το γλέντι κράτησε ως αργά τη νύχτα. Γύρω στα μεσάνυχτα το διέλυσαν χωρίς να θέλουν, όμως έπρεπε να αφήσουν τη νύφη να ξεκουραστεί για την μεγάλη μέρα. Έπεσαν για ύπνο ζαλισμένοι από το κρασί και την χαρά που τους πλημμύριζε.

Αφού βεβαιώνεται πως η Αντιγόνη έχει απομακρυνθεί, με γρήγορες κινήσεις σηκώνει τον νεκρό άντρα και τον σπρώχνει όπως όπως στο πορτ παγκάζ. Οδηγεί σαν τρελός. Πρέπει κάτι να σκεφτεί. Γρήγορα. Δεν υπάρχει χρόνος. Πρέπει να προστατέψει το κορίτσι του. Δεν υπάρχουν επιλογές. Ανεβαίνει τον λόφο φτάνει στο Καταραμένο Φαράγγι. Έχει πάρει το όνομά του από έναν παλιό θρύλο που ήθελε όποιον τολμούσε να το περάσει να καταλήγει νεκρός. Έτσι εδώ και χρόνια δεν πλησιάζει πια κανείς. Ιδανική τοποθεσία. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα.

Ξύπνησε σαν να του είχε τελειώσει το οξυγόνο. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Δεν ήθελε να κοιμηθεί άλλο, δεν τολμούσε. Έκανε ένα μπάνιο, ξυρίστηκε, έφτιαξε τον καφέ του και τον απόλαυσε στην αυλή. Μεγάλη μέρα ξημέρωσε. Οι ετοιμασίες πολλές. Ξεκίνησαν από νωρίς. Κόσμος στο σπίτι τους και πάλι. Και η Αντιγόνη του έλαμπε από ευτυχία. Πλησίαζε η ώρα.
«Ίδια η μάνα της! Από σένα τίποτα δεν πήρε!» τον πείραξε όπως πάντα ο αδερφός του.
«Μπα μας θυμήθηκες μωρέ Μανώλη; Τελευταίος ήρθες!» οι δυο άντρες αγκαλιάστηκαν γελώντας.
«Άργησα στη δουλειά. Είχαμε ένα ατύχημα και…»
«Τι συνέβη;» ρώτησε η Ελένη ανήσυχη που πλησίασε για να χαιρετήσει τον κουνιάδο της.
«Τίποτα μωρέ, ένα αμάξι, μάλλον τουρίστες, έπεσε στο Καταραμένο Φαράγγι και έχουν κατέβει συνεργεία για έρευνες. Τους βρήκανε, αλλά εκεί γύρω βρέθηκαν πολλά και διάφορα και τώρα προσπαθούν να βγάλουν άκρη. Τέλος πάντων! Άστα τώρα αυτά μέρα που ‘ναι! Πού είναι η νύφη;»
Το αίμα στις φλέβες του Σήφη είχε παγώσει. Στα αφτιά του ένα βουητό. Τα μάτια του θόλωσαν. Αδύνατον να σκεφτεί το οτιδήποτε. Με τον αντίχειρα του δεξιού του χεριού έψαξε αμήχανα στον παράμεσο την καινούρια του βέρα. Τα δυνατά χειροκροτήματα που υποδέχτηκαν την νύφη που ξεπρόβαλε από το κατώφλι έτοιμη στολισμένη, τον ταρακούνησαν. Μόλις την αντίκρισε άρχισε να κλαίει, με λυγμούς, σαν μωρό. «Κόρη μου…» πρόλαβε να ψιθυρίσει και αμέσως τα χειροκροτήματα έσβησαν στη θέα ενός περιπολικού που σταμάτησε έξω από την αυλή. Ο Σήφης δεν άντεξε. Σωριάστηκε στο έδαφος σαν άδειο σακί.

Άνοιξε τα μάτια. Κοίταξε γύρω του. Νοσοκομείο. Μα πού είναι όλοι; Η Αντιγόνη; Η Λενιώ του; Ο γάμος; Ένας αστυνομικός τον πλησίασε.
«Τι συνέβη; Πού είναι η κόρη μου;» ρώτησε γεμάτος πανικό.
«Η κόρη σου συνελήφθη. Κι εσύ είσαι είσαι υπό κράτηση και μόλις το επιτρέψουν οι γιατροί θα οδηγηθείς στην ασφάλεια για τα περαιτέρω.»
«Συνελήφθη; Όχι όχι! Ήταν ατύχημα! Δεν φταίει το παιδί!» ο Σήφης πετάχτηκε επάνω έντρομος.
«Ατύχημα; Χα! Έτσι έλεγε κι εκείνη στην αρχή. Κι εσένα πήγε να σε καλύψει αλλά μόλις κατάλαβε πως βρέθηκαν στοιχεία ομολόγησε. Καλοσχεδιασμένο έγκλημα ήταν τελικά.»
Ο Σήφης έβλεπε το δωμάτιο να γυρίζει. Ο αέρας δεν έφτανε στα πνευμόνια του.

Ήταν καθηγητής μου. Ήμουν ερωτευμένη μαζί του. Ξανασυναντηθήκαμε σε μια γιορτή δυο χρόνια αφού τελείωσα το σχολείο. Μου εξομολογήθηκε πως με είχε ερωτευτεί κι εκείνος. Στην αρχή ήταν καλά. Μετά ήρθε η μετάθεσή του. Έλεγε πως ήθελε να με πάρει μαζί του. Τρόμαξα. Δεν ήθελα. Μου είχε περάσει ο ενθουσιασμός, ήθελα να ζήσω τη ζωή μου. Ως την τελευταία στιγμή, λίγο πριν φύγει πάλευε να με πείσει. Εκείνη τη νύχτα μου είπε πως ήθελε να με αποχαιρετήσει. Άφησε το αυτοκίνητό του λίγο έξω από το διπλανό χωριό και τον πήρα με το δικό μου όπως πάντα. Στη διαδρομή μαλώσαμε. Δεν καταλάβαινε. Με πίεζε. Σταμάτησα στην άκρη του δρόμου. Μου έδειξε την φωτογραφία μου που είχε πάντα στο πορτοφόλι του. Μου θύμισε την αφιέρωση που του είχα γράψει από πίσω: «Μόνο ο θάνατος θα μας χωρίσει». Μου είπε ότι μπορεί να με σκοτώσει αν χρειαστεί. Τρόμαξα. Κατέβηκα από το αυτοκίνητο. Με κυνήγησε. Τον έσπρωξα δυνατά. Παραπάτησε κι έπεσε. Δεν ξανακουνήθηκε. Από τον δεξί του κρόταφο έτρεχε αίμα. Είχε καρφωθεί σε μια πέτρα. Δεν είχε σφυγμό. Πανικοβλήθηκα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν ήξερε κανείς για εμάς. Δεν το ήθελα. Ήταν ατύχημα. Και τότε σκέφτηκα απλά να αλλάξω το είδος του ατυχήματος. Τον τράβηξα μπροστά από το αυτοκίνητο και πήρα τηλέφωνο τον πατέρα μου. Του είπα ότι χτύπησα έναν άγνωστο με το αυτοκίνητο. Χρειαζόμουν την βοήθειά του. Δεν μπορούσα να τα βγάλω πέρα μόνη μου, αλλά ούτε και να του πω την αλήθεια. Ο γλυκός μου ήθελε να με προστατέψει. Μου είπε ψέματα πως ήταν ζωντανός και θα τον πήγαινε στο νοσοκομείο. Μου ζήτησε να πάρω το αυτοκίνητό του και να τον περιμένω πριν το χωριό για να γυρίσουμε μαζί στο σπίτι. Έφυγα. Τότε θυμήθηκα την φωτογραφία! Ήταν αργά. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Μόνο ευχόμουν να μην την βρει κανείς και κυρίως ο πατέρας μου.
Μετά από λίγη ώρα ήρθε και με βρήκε. Ήταν αναστατωμένος αλλά προσπαθούσε να φαίνεται ψύχραιμος. Μου είπε δυο ψέματα για να με καθησυχάσει και συμφωνήσαμε να μην μιλήσουμε ποτέ ξανά γι’ αυτό. Δεν ήξερα τι τον έκανε και ούτε ήθελα να μάθω. Καλύτερα έτσι. Λίγες μέρες μετά άκουσα να λένε με τη μητέρα μου για την βέρα του που χάθηκε αλλά δεν το συνέδεσα. Δεν πήγε το μυαλό μου. Συνεχίσαμε την ζωή μας σαν να μην έγινε ποτέ…