Κι έρχονται έτσι τα πράγματα στη ζωή ,που είναι λες και το σύμπαν με τρολάρει. Πάνω που λέω, έλα μωρέ, ψιλοπράγματα, θα την παλέψουμε – ζντουπ, μου ρίχνει μια και με ισοπεδώνει.
Προσπαθώ να σταθώ στα πόδια μου, παλεύω σκληρά να μην χάσω το μυαλό μου. Ξέρω ότι είναι εκεί τα σκοτάδια μου, μου γνέφουν να χαθώ μέσα τους.
Κι είναι τόσο εύκολο, τόσο δελεαστικό αυτό το σκοτάδι. Χάνεσαι και σ’ αγκαλιάζει. Και δεν πονάς, δεν υποφέρεις, δεν κλαις.
Όχι όμως αυτή τη φορά. Αυτή τη φορά του βγάζω τη γλώσσα. “Δεν θα τα καταφέρεις αυτή τη φορά ” του φωνάζω. Και σηκώνομαι. Πονάω πολύ. Αλλά είναι σημάδι ο πόνος ότι είμαι ζωντανή.
Περνάω ξάγρυπνη τα βράδια μου. Μέσα μου ουρλιάζω ματώνω Σκουπίζω κρυφά τα μάτια και χαμογελάω.

Ελάχιστοι ξέρουν τι περνάω. Έχω μάθει να κρύβομαι τόσο καλά. Κανείς σχεδόν δεν ξέρει πόσο κοντά έφτασα στο τέλος. Πόσο δυστυχισμένη ήμουν όταν δεν τα κατάφερα. Πόσες φορές χαμογελούσα ενώ μέσα μου ούρλιαζα. Αισθάνθηκα να χάνω τη λογική μου. Το μυαλό μου να αρνείται πεισματικά να συνεργαστεί. Πόσο πολύ προσπαθούσα για να καταφέρω απλά, καθημερινά πράγματα. Πράγματα που για όλους φάνταζαν αυτονόητα για μένα ήταν ένα στοίχημα με τον εαυτό μου να τα καταφέρω. Πάλευα καθημερινά με το δικό μου τέρας, με το σκοτάδι μου. Ένας αγώνας χωρίς τέλος. Συνεχώς φορούσα μια μάσκα.

Χαμογελαστή κι ευτυχισμένη. Όσες φορές αυτή η μάσκα ράγιζε, βιαζόμουν να κολλήσω πίσω τα κομμάτια. Ώσπου κατέληξε σε ένα άσχημο παραμορφωμένο προσωπείο. Ένα προσωπείο που κόντευε να με καταπιεί. Που κόντευε να με κάνει να ξεχάσω το πραγματικό μου πρόσωπο. Η συνειδητοποίηση αυτή με ανάγκασε να ξυπνήσω. Με ανάγκασε να δεχτώ ότι έχω πρόβλημα. Κι επιτέλους να ζητήσω βοήθεια.

Ξύπνησα ένα πρωί και είπα ως εδώ. Είπα στοπ στο σκοτάδι που με κατάπινε. Κι έβαλα στόχο να μ’ αγαπήσω πραγματικά. Να μάθω να με νοιάζομαι. Να μην αφήσω το μαύρο να κυριαρχεί στη ζωή μου. Να αφήσω επιτέλους το φως να τρυπώσει στο μυαλό μου. Να προσπαθήσω να πετάξω τη μάσκα και ν’ αρχίσω να ζω πραγματικά.

Ήταν δύσκολα πολύ στην αρχή. Ήταν τόσο εύκολο να χαθώ και πάλι στο σκοτάδι μου. Εκεί δεν ένιωθα, δεν πονούσα. Έπρεπε να προσπαθήσω πολύ. Να ξεπεράσω τον εαυτό μου. Να μην αφήσω τη μάσκα να ξανακολλήσει στο πρόσωπο μου. Και το βουβό ουρλιαχτό μου έγινε κραυγή. Κραυγή που τρόμαξε πολλούς που ήταν δίπλα μου. Κάποιοι δεν μπόρεσαν να το διαχειριστούν. Κάποιοι άλλοι το θεώρησαν απίθανο. Πως είναι δυνατόν να μου συμβαίνει αυτό; Δεν μου έλειπε τίποτα. Είχα μια υπέροχη οικογένεια. Ένα σύντροφο που ήταν πάντα εκεί. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι ήταν απλά μια αρρώστια. Ότι μπορεί να αρρωστήσει το μυαλό χωρίς να υπάρχει κανένας απολύτως λόγος.

Με τον καιρό γινόταν πιο εύκολο. Μπορούσα να είμαι ο εαυτός μου. Να χαίρομαι με απλά καθημερινά πράγματα. Να χαμογελάω αληθινά και χωρίς προσπάθεια. Άρχισα να με νοιάζομαι, να ξαναβρίσκω αυτό που ήμουν κάποτε. Έμαθα να μ’ αγαπάω από την αρχή. Και να μιλάω. Για όλα όσα με ενοχλούσαν. Να μην κρατάω τίποτα μέσα μου. Να μην αφήνω τις λέξεις να με πνίγουν.

Ξέρω ότι ποτέ το σκοτάδι μου δεν θα χαθεί. Ότι θα περιμένει εκεί έτοιμο να με καταπιεί. Είναι φορές που φαντάζει ο εύκολος δρόμος. Να το αφήσω να με τυλίξει και πάλι. Να αφήσω το μυαλό μου να χαθεί μέσα του. Είπα όμως ποτέ ξανά. Ξέρω ότι μπορώ να το νικήσω. Έχω αποδεχτεί ότι θα κοιμάται πάντα δίπλα μου. Ότι θα ψάχνει ευκαιρία να ξυπνήσει. Πλέον όμως δεν φοβάμαι. Έχω ορθώσει ένα υπέροχο κατακόκκινο στοπ που του κλείνει το δρόμο. Πλέον μ’ αγαπάω και με δέχομαι. Δεν προσπαθώ να μ’ αλλάξω. Και δεν επιτρέπω σε κανέναν να το κάνει. Είμαι εγώ μοναδική κι υπέροχη. Όπως μοναδικός κι υπέροχος είναι ο καθένας μας.

Άργησα να με αποδεχτώ. Επέτρεψα σε άλλους να ορίζουν τη ζωή μου. Επέτρεψα στο μαύρο να σκεπάσει τα χρώματα μου. Είμαι όμως εδώ. Δυνατή κι έτοιμη για τον δικό μου αγώνα. Έναν αγώνα με μοναδικό αντίπαλο τον εαυτό μου. Επέλεξα να νικήσω. Κι ας λυγίζω κάποιες φορές. Κι ας λοξοδρομεί κατά καιρούς το μυαλό μου. Προσπαθώ κάθε μέρα σκληρά. Και νομίζω ότι τα κατάφερα. Κατάφερα να μ’ αγαπάω.