Από μακριά, μες στη σκοτεινιά μόλις που διέκρινε μια φιγούρα να κείτεται καταγής δίπλα στο ποτάμι. Τίναξε τα φτερά της και πέταξε γρήγορα ανάμεσα απ’ τις φυλλωσιές. Βρέθηκε πιο κοντά. Τότε τον είδε καλύτερα. Ήταν τσακισμένος, σακατεμένος. Του άπλωσε το χέρι όμως εκείνος τρόμαξε από τη λάμψη της κι έκρυψε το πρόσωπο του. Τα μάτια του ήταν μαθημένα στα σκοτάδια, δεν άντεχαν το φως της. Το χέρι της έμεινε για λίγο εκεί, μετέωρο μα ύστερα τον χάιδεψε απαλά, καθησυχαστικά στην πλάτη. Ένιωσε το κορμί του σφιγμένο σαν βράχο. Τραβήχτηκε μακριά, αρνήθηκε το άγγιγμα της. Εκείνη του χαμογέλασε με κατανόηση. Η γλύκα της πλημμύρισε το είναι του, η καλοσύνη της άρχισε να τον ξεκλειδώνει… Σιγά σιγά άρχισε να χαλαρώνει, να αφήνεται, να την εμπιστεύεται.
Περιποιήθηκε τις πληγές του, τις καθάρισε με προσοχή, τις τύλιξε για να μην μολυνθούν, τον φρόντισε με υπομονή, τον βοήθησε να σηκωθεί ξανά. Ήταν το στήριγμα του στα βήματα που μάθαινε να κάνει πάλι από την αρχή. Κι εκείνος ακουμπούσε επάνω της με εμπιστοσύνη, με ασφάλεια. Ήξερε πώς δεν θα τον αφήσει να πέσει. Μπορούσε να αντέξει το βάρος του κι ας φαινόταν τόσο εύθραυστη, αέρινη. Ήξερε πως θα τον στηρίζει και θα τον αντέχει με όλη της την ψυχή. Τώρα το ήξερε. Έβλεπε πως η αγάπη είχε φωλιάσει πια για τα καλά στην καρδιά της και φούντωνε και θέριευε με τον καιρό.

Δεν ήταν εύκολο. Δεν ήταν πάντα δεκτικός. Ήταν φορές που την έδιωχνε μακριά του. Οι πληγές τον πονούσαν ακόμη και ο πόνος τον έκανε σκληρό, επιθετικό, δύστροπο. Δεν άντεχε τον εαυτό του, δεν δεχόταν τίποτα και κανέναν κοντά του. Έτσι κι αλλιώς δεν του είχε απομείνει κανένας. Έδιωχνε μακριά όποιον τον πλησίαζε, ήταν γεμάτος αγκάθια, δεν άφηνε κανέναν να τον αγγίξει. Κι όλοι παραιτούνταν τόσο εύκολα… Μόνο εκείνη επέμενε. Ακόμα κι όταν γινόταν ολόκληρος μια φωτιά και την έκαιγε, εκείνη περίμενε υπομονετικά να κοπάσει η πυρκαγιά κι ύστερα σιγά σιγά τον βοηθούσε να ξαναγεννηθεί από τις στάχτες του. Ξανά και ξανά. Εκείνος γκρέμιζε, εκείνη έχτιζε… Μα δεν την ένοιαζε! Μπορούσε να μείνει εκεί για πάντα. Κοντά του. Όπως ήταν.

Κι ο καιρός περνούσε κι εκείνη δεν χρησιμοποιούσε τα φτερά της πια. Είχε πάψει να πετάει. Δεν της χρειαζόταν αφού εκείνος δεν μπορούσε να πετάξει μαζί της. Κι εκείνη ήθελε να είναι μόνο κοντά του. Πουθενά αλλού δεν μπορούσε να ανασάνει πια. Θαρρείς και εκείνος κρατούσε το οξυγόνο της. Μα λίγο λίγο άρχισε να χάνει την λάμψη της. Ξεθώριασε, μαράζωσε. Κι ας μην το ήθελε, γιατί νόμιζε πως ήταν ευτυχισμένη κοντά του. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί της συνέβαινε αυτό. Και γινόταν όλο και πιο αδύναμη κι η μαγική της νεραϊδόσκονη είχε χαθεί πια για τα καλά. Αλλά εκείνος δεν το είχε προσέξει. Ήταν τόσο απασχολημένος με τις παλιές του πληγές κι ας είχαν πια γιατρευτεί, που δεν έβλεπε τίποτε άλλο. Κι εκείνη δεν του είχε ζητήσει ποτέ τίποτα.

Ως που μια μέρα ένιωσε την απουσία της, την αναζήτησε μα δεν την βρήκε πουθενά. Πανικός άρχισε να τον κυριεύει. Δεν κατάλαβε πώς γέμισαν τα μάτια του με δάκρυα. Πίστεψε πως την είχε χάσει για πάντα και τότε μόνο κατάλαβε το κακό που της είχε κάνει. Έκλαψε πολύ. Για πρώτη φορά έκλαψε για κάποιον άλλον εκτός από τον εαυτό του. Κι ύστερα άρχισε να τρέχει.

Και τότε την είδε… Δίπλα στους καταρράκτες, ανάμεσα στις καλαμιές. Ίσα που φαινόταν, ίσα που ανάσαινε. Την έσφιξε στην αγκαλιά του, την πιο αληθινή, την πιο ζεστή αγκαλιά που είχε δώσει ποτέ. Την φρόντισε τώρα εκείνος και της είπε το πρώτο “Σ’ αγαπώ” μέσα από την καρδιά του. Και τότε έγινε κάτι μαγικό… Νεραϊδόσκονη την έλουσε και το πρόσωπό της φωτίστηκε ξανά, η λάμψη της επέστρεψε και τα φτερά της τινάχτηκαν ζωηρά. Πέταξε έναν κύκλο γύρω του κι ύστερα έπεσε στην αγκαλιά του. Κι εκείνος για πρώτη φορά κατάλαβε πως δεν αρκεί να παίρνει, πρέπει και να δίνει. Πως δεν αρκεί να νιώθει την αγάπη, πρέπει και να την δείχνει. Και τότε έσβησαν οι πληγές, χάθηκαν τα σημάδια. Κι ήρθε στα χείλη του το χαμόγελο και ζεστάθηκε η καρδιά του. Γλύκανε, μαλάκωσε. Και κατάλαβε πως ό,τι ήθελε ήταν να την έχει κοντά του. Και να την αγαπά.
Τη νεράιδά του…

 

Ελένη Σαββαΐδου