Σάββατο μεσημέρι, αραχτός στον καναπέ αντιμέτωπος με το αιώνιο σαββατομεσημεριάτικο δίλημμα. Αναψυκτικό ή μπίρα; Όλο το είναι σου συρρικνώνεται για να μπορέσεις να ανοίξεις το ψυγείο και να πιάσεις το σωστό ντενεκεδάκι. Κι εκείνη την κρίσιμη στιγμή, χτυπάει ειδοποίηση στο messenger. Ο κολλητός ψάχνει παρέα για το βράδυ. Δύο βδομάδες προσπαθεί να ρίξει την Νίτσα, εκ του Παρθένα, για να διαπιστώσει αν είναι όνομα και πράγμα. Και σήμερα έχει γενέθλια η τριτοξαδέλφη της η Κίτσα, εκ του Κυριακή, και θα είναι και η Πίτσα, εκ του Καλλιόπη, και η Λίτσα, εκ του Σπυριδούλα. Και η Νίτσα ζήτησε από τον Γιώργο να φέρει μαζί του και κάνα φίλο, να μην είναι μόνο γυναίκες στην παρέα.

Το μυαλό σου εκείνη τη στιγμή είναι ακόμα προσηλωμένο στο απόλυτο δίλημμα, οπότε εντελώς βιαστικά απαντάς ΝΑΙ και συνεχίζεις την πορεία σου προς την κουζίνα. Ανοίγεις το ψυγείο, παίρνεις την μπίρα, γυρνάς στο σαλόνι και απλά χύνεσαι στον καναπέ. Ο ήχος του κουτιού που ανοίγει σε φέρνει στα όρια του οργασμού. Το πλησιάζεις με προσοχή στο στόμα σου, μην τυχόν χυθεί έστω και μία σταγονίτσα. Και ρουφάς την πρώτη γουλιά. Αφήνεις το στόμα σου να γεμίσει αφρό. Αυτή είναι ζωή..!!!

Τότε και μόνο τότε, στέλνεις μνμ στον κολλητό. Για που είμαστε το βράδυ..;;; Η ξαδέλφη η Κίτσα, κερνάει μπουκάλι στο καφέ-μπαρ-μπουζουκλερί-πακέτο για έξω «ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΟΛΑΣΗ» . Δεν το έχεις ξανακούσει, αλλά σαν να ακούς μια καμπάνα να χτυπά μέσα στο κεφάλι σου. Και που είναι αυτό το κέντρο αναψυχής, αναρωτιέσαι..; Και έρχεται η απάντηση που σου κόβει τα πόδια. Στο Μπουρνάζι…!!!

Συνειδητοποιείς βέβαια ότι ήδη έχεις δεχτεί να πας, κι ότι μάλλον δεν προλαβαίνεις να αρρωστήσεις μέσα στις επόμενες πέντε ώρες, οπότε κάνεις αυτό που θα έκανε κάθε άντρας που σέβεται τον εαυτό του. Πας για χέσιμο. Στην τουαλέτα αναπολείς την τελευταία φορά που είχες πάει Μπουρνάζι. Δεν θυμάσαι και πολλά πράγματα. Ίσως φταίει που έχουν περάσει πολλά χρόνια, ίσως ότι τα ποτά ήταν μπόμπες, ίσως που είχες πιει δέκα σφηνάκια στην προσπάθειά σου να ρίξεις το μωρό απέναντι. Θυμάσαι όμως σίγουρα ότι το επόμενο πρωί είχες ξυπνήσει γυμνός στο κρεβάτι της Σούλας, εκ του Κερασιάς.

Αφού τελειώνεις την ανάγκη σου, μπαίνεις στο ντουζ να κάνεις ένα μπανάκι. Μην είσαι κ βρωμιάρης. Τόσα κορίτσια θα είναι σήμερα, μπορεί να σταθεί τυχερός. Ρίχνεις κ έναν υπνάκο, για μάγουλο φράπα, τριμάρεις και το μούσι, τριών ημερών όπως επέβαλε ο Παντέλος, ντύνεσαι και ξεκινάς για το Μπουρνάζι. Είναι εξαιρετικά εύκολο να καταλάβεις ότι πλησιάζεις. Ξαφνικά τα αυτοκίνητα γίνονται τούμπανα, τα γούφερ πιο τούμπανα ακόμα, όλοι οι άντρες φουσκωμένοι από τις ατελείωτες ώρες στο γυμναστήριο και οι γυναίκες ντυμένες με τα ελάχιστα και βαμμένες με ολόκληρη την παλέτα της σεβεντιν.

Φτάνεις έξω από την ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΟΛΑΣΗ και πριν προλάβεις να σκεφτείς το ενδεχόμενο να παρκάρεις κάπου, ο παρκαδόρος έχει ανοίξει την πόρτα, σε έχει τραβήξει έξω κι έχει πάρει τα κλειδιά. Κάνεις μια μικρή δέηση μέσα σου να βρεις ακέραιο το αυτοκίνητο φεύγοντας, και προχωράς προς τα μέσα. Με το που ανοίγεις την πόρτα, καταλαβαίνεις ότι το όνομα του μαγαζιού δεν είναι τυχαίο. ΟΛΗ η διακόσμηση του χώρου είναι κόκκινη, τα φώτα είναι κόκκινα, οι καρέκλες είναι κόκκινες, οι τοίχοι είναι κόκκινοι και ο εξαερισμός με τον κλιματισμό του μαγαζιού ανύπαρκτοι. Δεν έχουν περάσει περισσότερα από είκοσι δεύτερα και είσαι ήδη μούσκεμα.

Φτάνοντας στο τραπέζι σε περιμένει το επόμενο σοκ. Όλες οι κοπέλες είναι ντυμένες στα κόκκινα. Και ανάμεσα τους ο Γιώργος, σε κοιτάει σαν να είσαι ο σωτήρας του. Χαιρετάς μία μία τις κοπέλες, την Νίτσα, την Λίτσα, την Κίτσα και την Πίτσα μέχρι που φτάνεις στην τελευταία. Και μένεις με το χέρι απλωμένο. Είναι η Σούλα. Και ξαφνικά τα θυμάσαι όλα. Που σου είχε γίνει κολλητσίδα για έξι μήνες, σου έστελνε μηνύματα, σε έπαιρνε τηλέφωνο οποιαδήποτε ώρα, σε παρακολουθούσε, μέχρι ότι είχε καθυστέρηση σου είχε πει. Και για να γλιτώσεις της είχες πει στο τέλος ότι ήσουν gay. Καληνυχτίζεις επιτόπου την παρέα, αφήνεις τον Γιώργο να σε κοιτάει αγριεμένος και φεύγεις κουνιστός λυγιστός. Ίσως το επόμενο Σαββατόβραδο να έχεις περισσότερη τύχη..!!!