Λένε ότι είναι μακρύς ο δρόμος της φιλοδοξίας και της επιτυχίας. Κάποιοι επιτυγχάνουν σύντομα. Είναι και διαρκής βέβαια ο αγώνας επιβίωσης. Κάθε ημέρα είναι ιδιαίτερη, καινούρια και μπορεί να σε απογειώσει. Μπορεί επίσης να σε κατεβάσει χαμηλά. Κι εσύ απλά δεν έχεις επιλογή. Ακολουθείς ένα ρεύμα και ελπίζεις. Αναμένεις. Αξιολογείς. Ποντάρεις.

Όταν εργάζεσαι για πολλά χρόνια στον τομέα του χρηματοοικονομικού υπάρχουν συγκεκριμένες αρχές με τις οποίες πορεύεσαι. Πίστη, συνέπεια, σκληρή δουλειά, φιλοδοξία και επιτυχία. Βασικοί κανόνες δηλαδή, για να μπορείς να είσαι υψηλά και στο οικοδόμημα αλλά και στα μάτια των άλλων. Και όταν καταφέρνεις και μπαίνεις σε μία ελίτ, αποκτάς αυτοπεποίθηση και είσαι σίγουρος ότι έχεις κατακτήσει τον κόσμο όλο. Και προχωράς και θέλεις κι άλλο. Γιατί δε σου φτάνει απλά.

Πριν από λίγο καιρό είδα μία ταινία (The Outsider), η οποία μου ξύπνησε μνήμες δέκα χρόνων πίσω. Ζερόμ Κερβιέλ. Ένα όνομα το οποίο άκουγα καθημερινά για ένα γεμάτο εξάμηνο. Το νεαρό παιδί από τη Βρετάνη της Γαλλίας, χωριατόπαιδο σπουδασμένο, φιλόδοξο, που δούλευε αρχικά στην υπηρεσία ελέγχου της διαχείρισης κεφαλαίων της τράπεζας και αμέσως μετά, με πολυπόθητη φιλόδοξη μεταγραφή, από ταπεινό παιδί «της καρπαζιάς» έγινε άτυπος πωλητής και μεγαλοεπενδυτής για χάρη του ομίλου. Εύλογα προφανώς. Εκεί ξεκίνησε η ιστορία του.

Η υπόθεση Κερβιέλ αποτελεί μέχρι και σήμερα μία από τις μεγαλύτερες ιστορίες-σκάνδαλα παγκοσμίως στον οικονομικό και τραπεζικό χώρο για πολλούς λόγους. Θέτει πολλά ερωτήματα για το μηχανισμό λειτουργίας των μεγάλων χρηματοοικονομικών ομίλων αλλά και της διαχείριση της περιουσίας τους. Τα ρίσκα που παίρνουν. Επίσης για την αξιολόγηση του ανθρώπινου δυναμικού. Κατά πόσο δηλαδή ένας υπάλληλος πληροί τα κριτήρια να αναλάβει τη διαχείριση εκατομμυρίων ή δισεκατομμυρίων για χάρη του εργοδότη του. Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί. Ένας άνθρωπος άραγε τζογάρει εκ φύσεως ή η υπερβολική έκθεση στις αγοραπωλησίες μετατρέπει ένα παιδί σε άπληστο μπλοφαδόρο της παγκόσμιας αγοράς; Χειραγώγηση της αγοράς όπως λέγεται στους ανώτερους επενδυτικούς κύκλους. Ο «νόμιμος» τζόγος ευλογείται από ποιον; Πώς ελέγχεται εσωτερικά και διοικητικά; Ποιος είναι υπεύθυνος πραγματικά για τις συνέπειες και τα αρνητικά αποτελέσματα από αγοραπωλησίες στην διατραπεζική αγορά; Πώς κατοχυρώνεται ένας πληρωμένος αδρά με μπόνους υπάλληλος, ξεχνώντας τι σημαίνει προσωπική ζωή, διαβάζοντας παθιασμένα ολημερίς νούμερα και ερμηνεύοντας τις εξελίξεις διεθνώς με μαθηματικές φόρμουλες , κινούμενος ανάλογα μπροστά σε μία ψηφιακή πλατφόρμα, ποντάροντας σε μετοχές και προϊόντα «άλογα». Κι αν χάσει; Θα χάσει τη δουλειά του και δε θα συγχωρεθεί για τις «αμαρτίες» αυτές, έχοντας ήδη θυσιαστεί στο βωμό ενός δυνατού ονόματος που δεν επιθυμεί να χάσει την αίγλη του και την αξιοπιστία του. Κυρίως όταν χάνονται δισεκατομμύρια, κόστος οικονομικό αλλά και ηθικό.

Μη γελιόμαστε. Ένας γαλλικός όμιλος θυσίασε έναν «επιτυχημένο» υπάλληλο λόγω κακού ελέγχου και χειρισμού ενώ λειτουργούσε στην απόλυτη ελευθερία του πράττειν, ένα παιδί 28 χρόνων, κλεισμένο σε ένα τεράστιο κλουβί γεμάτο ψηφιακές πλατφόρμες μαζί με καμιά πενηνταριά ακόμα ντίλερς που τρέχουν πανικόβλητοι επί ένα οκτάωρο. Με μόνη ελπίδα, το βράδυ, να σταθούν μπροστά στην τεράστια τζαμαρία και να χαλαρώσουν βλέποντας τον παρισινό ουρανό περιστοιχισμένο από τους ουρανοξύστες της Γκραντ Αρς στην Ντεφάνς. Και ίσως αμέσως μετά να πιουν μπίρα, ουίσκι, να κάνουν πλάκα με συναδέλφους, να καλαμπουρίσουν κάνοντας χαριτωμένα καψόνια καλωσορίσματος στα νεώτερα μέλη μιας κολλημένης ομάδας και στα κρυφά πηγαδάκια σε πάρτι με απαγορευμένες ουσίες και τσιγάρο να συζητήσουν για το «καλύτερο αλογάκι» που θα ποντάρουν. Γνωστή στους κύκλους στρατηγική. Εκεί που όταν πλησιάζεις η συζήτηση αλλάζει. Σε αυτήν την ουτοπία «ευτυχίας» λοιπόν τα σάμππραιμς της Αμερικής, το προσωπικό στοίχημα δισεκατομμυρίων του Κερβιέλ, κατέρρευσε πλήρως και απέφερε τεράστια απώλεια ποσών για την τράπεζα και πολλές συνέπειες στον ίδιο σαν υπάλληλο.

Δεν είναι εύκολη ιστορία να μιλήσεις για τα παιχνίδια στο χρηματοοικονομικό σύστημα. Η αλήθεια είναι πως ο επενδυτικός κόσμος, με όλη τη λάμψη που τα «γκόλντεν μπόις» εκπέμπουν, δεν παύει παράλληλα να είναι στατιστικά και ένας κύκλος με τα μεγαλύτερα κρούσματα καρδιακών προβλημάτων. Απίστευτη τρέλλα και άγχος εκτοξεύονται όταν ένα απρόβλεπτο οικονομικό ή πολιτικό γεγονός λαμβάνει χώρα και «ρίχνει» κατακόρυφα τιμές και υπολήψεις εταιριών και παραγόντων. Η ιδιωτική τραπεζική όπως και ο τομέας των dealing desk που κινούν την αγορά διατραπεζικά, θεσμικά αλλά και ιδιωτικά είναι ένα κύκλωμα στο οποίο θα πρέπει να είσαι πολύ δυνατός για να αντέξεις την πίεση αλλά και πολύ ψύχραιμος για να κρατήσεις χαρακτήρα. Κυρίως όταν κάποιες εξελίξεις αφορούν στον όμιλο που δουλεύεις και μέσα στην αβεβαιότητα καλείσαι να είσαι σθεναρός.

Σε όλη αυτήν την κόλαση λοιπόν του 2007, στα ψιλά γράμματα, έρχεται και η «κρυμμένη» είδηση της αυτοκτονίας ενός ντίλερ, συναδέλφου του Κερβιέλ ο οποίος πλήρωσε το δικό του τίμημα χρηματικών απωλειών με άμεση έξοδο από τον όμιλο. Αυτήν την έξοδο, με συνοδεία σεκιουριτά, που δεν προλαβαίνεις ούτε να χαιρετήσεις συναδέλφους. Κι έτσι στην έξοδο με αίσθημα χαμένου και μοναχικού πια, αφού επιπλήχθηκε που δεν κατάφερε να τιθασεύσει την όρεξη για κέρδη κατέληξε νεκρός πέφτοντας από μεγάλο ύψος. Μη σκεπτόμενος καν την οικογένεια που άφηνε πίσω του.

Αν με ρωτήσει κάποιος αν η υπόθεση αυτή αντικατοπτρίζει την καθημερινότητα ενός τέτοιου τομέα θα έλεγα απλά ότι αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μία κορυφή ενός παγόβουνου. Η αίσθηση πως ένας υπάλληλος θεωρείται καλός όταν απλά διεκπεραιώνει όμορφα και σωστά τη δουλειά του δεν ισχύει πάντα. Ή μάλλον δεν ισχύει εκεί που η δυναμική και οι απαιτήσεις βρίσκονται σε άλλο επίπεδο. Και το επίπεδο αυτό δεν είναι απαραίτητα διευθυντικό είναι όμως σκοτεινό. Κρίσιμο. Είσαι μέσα σε ένα καζίνο όπου δεν παίζεις δίπλα στον απλό κόσμο αλλά σε μία αίθουσα πριβέ. Εκεί όπου τα λεφτά είναι πολλά.

Η υπόθεση Κερβιέλ δικαστικά είναι ένας ατελείωτος μαραθώνιος, τον οποίο θα αποκαλούσα μάχη μεταξύ Δαβίδ και Γολιάθ. Μία μάχη μεταξύ του γοήτρου ενός μεγάλου τραπεζικού ομίλου και ενός υπαλλήλου που θέλει να εξιλεωθεί . Εξιλέωση που καθένας από εμάς που έχουμε δουλέψει σκληρά επιθυμεί. Ως σουπερ ήρωας ή υπεράνθρωπος που δεν θέλει να πέσει. Δεν πρέπει να πέσει.

Ένας άνθρωπος εξοφλημένος στα 40. Αυτό είναι ο Κερβιέλ το 2017. Μην περιμένετε να μάθετε πραγματικά, μέσω της δικαιοσύνης, ποιος είναι τελικά ο ένοχος στην ιστορία αυτή. Για την ακρίβεια δεν υπάρχει ένοχος. Υπάρχουν παραλήψεις, υπάρχει ελευθερία κινήσεων, υπάρχει ένα χτύπημα στην πλάτη και ένα ματάκι που κλείνει σαν συγκατάβαση στο σκηνικό. Η αλήθεια μπορεί για τα δεδομένα της δικαιοσύνης να παραμένει ακόμα στη μέση, σαν μία παρτίδα πιγκ πογκ όπου ο κάθε παίκτης κερδίζει ένα σετ, αλλά βαθιά μέσα σου ξέρεις πως υπάρχουν μυστικά. Αυτά τα κρυμμένα μυστικά δεν θα τα βρεις ποτέ σε μία καταγεγραμμένη κλήση ούτε σε κουβεντούλες πηγαδάκια. Θα είναι πάντα ένα σκοτεινό μονοπάτι που λίγοι γνωρίζουν ώστε να αποτελεί μαξιλαράκι διάσωσης μόνο για εκλεκτούς.

Λένε ότι είναι μακρύς ο δρόμος της φιλοδοξίας και της επιτυχίας. Κάποιοι επιτυγχάνουν σύντομα. Αυτοί που επιτυγχάνουν σύντομα είναι όμως και οι πιο επίφοβοι. Η κορυφή τους θέλει να κρατηθούν εκεί, κοιτάζοντας αφ’ υψηλού το οικοδόμημα. Τους θέλει τολμηρούς, επισήμως με μέτρο, ανεπισήμως νικητές πάντα, χωρίς κόστη. Αλλιώς το ασανσέρ του οικοδομήματος με μανία θα τους ρίξει στο υπόγειο, στη βάση και τότε δεν είναι πια νικητές. Ούτε καν ηττημένοι. Μόνο ληγμένοι. Πεθαμένοι. Εργασιακά και ανθρώπινα.