Έκλεισε την πόρτα απαλά και προχώρησε προς το σαλόνι. Κάθισε στον καναπέ και έκανε αφηρημένη την κίνηση να πιάσει το τηλεκοντρόλ για να ανοίξει την τηλεόραση. Το χέρι της έμεινε να αιωρείται. Δεν ήθελε να περάσει ακόμα ένα βράδυ βλέποντας ανούσια προγράμματα στο κονσερβοκούτι. Το μάτι της έπεσε στο παλιό πικάπ που σκονιζόταν σε μια γωνιά του δωματίου. Το είχε κρατήσει για καθαρά συναισθηματικούς λόγους, και δεν είχε ιδέα αν ήταν ακόμα λειτουργικό. Δεν ήταν καν βέβαιη αν θυμόταν πως δουλεύει. Σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος του. Με το δάκτυλό της σκούπισε λίγη από την σκόνη. Σίγουρα είχε δει και καλύτερες εποχές. Πάτησε το κουμπί, και με μια μικρή έκπληξη είδε ότι το φωτάκι άναψε. Έσκυψε στη βάση του επίπλου και προσπάθησε να βρει κάποιους από τους παλιούς δίσκους. Δεν ήταν σίγουρη αν είχε επιζήσει κανένας, μετά από την μετακόμιση. Διάλεξε έναν που φαινόταν σε καλή κατάσταση και τον έβαλε να παίζει.

Το δωμάτιο πλημμύρισε με την μελωδική φωνή της Εντίθ Πιάφ. Πάντα της άρεσε αυτό το τραγούδι κι ας μην καταλάβαινε ούτε λέξη. Άνοιξε το ντουλάπι του σύνθετου. Κάπου είχε ένα μπουκάλι βότκα που της είχαν φέρει σε μια γιορτή. Έβαλε μια γενναία δόση στο ποτήρι της, και ξάπλωσε στον καναπέ. Μπορεί το μυαλό της να το είχε διαγράψει, αλλά το σώμα της θυμήθηκε αμέσως. Με την πρώτη γουλιά ένιωσε ένα μούδιασμα στο στομάχι της και όλα της τα μέλη χαλάρωσαν. Αν δεν είχε κόψει το τσιγάρο, τώρα θα άναβε οπωσδήποτε ένα.

Η μουσική συνέχιζε, κ εκείνη ταξίδευε πίσω στον χρόνο. Τότε που μπορούσε να πιει ένα μπουκάλι βότκα, και μετά να πάει κατευθείαν για δουλειά. Τότε που κάπνιζε σαν να μην υπάρχει αύριο, και απολάμβανε κάθε τζούρα από το τσιγάρο της. Τότε που άλλαζε τους άντρες σαν να πουκάμισα, και δεν αισθανόταν καν τύψεις για αυτό. Ζούσε τη ζωή που ήθελε, ακριβώς όπως την ήθελε. Ποτέ δεν υποχώρησε, ποτέ δεν δεσμεύτηκε από κοινωνικούς περιορισμούς. Σίγουρα ήταν χορτάτη, χωρίς απωθημένα, απόλυτα συνειδητοποιημένη ότι περπατούσε στην άκρη του γκρεμού, και το απολάμβανε.
Και μετά άλλαξαν όλα. Βρέθηκε στον δρόμο της ένας άντρας για τον οποίο πίστεψε ότι άξιζε να ασχοληθεί. Αποφάσισε για πρώτη φορά στη ζωή της να συγκατοικήσει, να μοιραστεί το κρεβάτι της, και τη ζωή της. Ηρέμησε, χαλάρωσε, δεν αισθανόταν πια τον χρόνο να την κυνηγάει. Όλα κυλούσαν ήρεμα. Αλλά εκείνη πολλές φορές έβγαινε από το σώμα της, υψωνόταν ψηλά και έβλεπε αυτή την άλλη που ζούσε τη ζωή της. Μερικές φορές την χλεύαζε κι όλας. Πόσο συμβατική ήταν αυτή η ζωή. Γάμος, οικογένεια, κόψιμο του τσιγάρου, αποχή από το αλκοόλ. Οι έξοδοι περιορίστηκαν, όλος ο κόσμος της πια ήταν μέσα στο σπίτι.

Ήπιε την τελευταία γουλιά από το ποτήρι της. Δεν μπορούσε να οριοθετήσει ακριβώς τη στιγμή που όλα άλλαξαν. Πότε άρχισε να πνίγεται, να ασφυκτιά. Ο άνθρωπος που ήταν δίπλα της, δεν ήταν πια σύντροφός της, αλλά ανταγωνιστής. Πάλευαν και οι δύο να αναπνεύσουν μέσα σε ένα σπίτι με περιορισμένο οξυγόνο. Ήταν φανερό ότι δεν έφτανε και για τους δύο. Και έτσι ήρεμα, όπως ξεκίνησαν, έτσι τελείωσαν. Το διαζύγιο ήταν η προφανής λύση. Μάζεψε τα πράγματά της και έφυγε, χωρίς κλάματα, χωρίς φωνές. Ένας κύκλος έκλεισε, και ευτυχώς ήταν και οι δύο αρκετά ώριμοι ώστε να το αντιληφθούν έγκαιρα.

Σηκώθηκε από τον καναπέ. Ο δίσκος είχε τελειώσει εδώ και ώρα, και ένιωθε μια ελαφρά ζαλάδα. Προφανώς δεν είχε πια αντοχές στο αλκοόλ. Προχώρησε προς την κρεβατοκάμαρα και άνοιξε την πόρτα. Στο αχνό φως που έπεφτε από τη λάμπα του διαδρόμου διέκρινε την φιγούρα του παιδιού που κοιμόταν στο κρεβατάκι του. Ένα χαμόγελο φώτιζε το πρόσωπό του. Ναι, ήταν σίγουρη. Δεν μετάνιωνε για τίποτα. Δεν θα άλλαζε ούτε μια στιγμή από τη ζωή της, αφού αυτές οι στιγμές της έφεραν τον άγγελο της. Κι αν ξαναζούσε, πάλι τα ίδια λάθη θα έκανε.

https://www.youtube.com/watch?v=Q3Kvu6Kgp88