Άτυχος από κούνια ο Στάθης, έχασε την μάνα του στην γέννα. Οι γονείς του παντρεμένοι από έρωτα δεν μπόρεσαν να φτιάξουν την οικογένεια που ήθελαν. Ο πατέρας του δεν άντεχε να τον βλέπει καθώς τον θεωρούσε υπεύθυνο για τον χαμό της. Τον έδωσε στην μάνα του να το μεγαλώσει κι έλειπε όσο πιο συχνά μπορούσε από το σπίτι. Σύντομα, γνώρισε άλλη γυναίκα, έφτιαξε καινούρια οικογένεια και έφυγε οριστικά.

Η γιαγιά τού έδωσε όση αγάπη στερήθηκε από μάνα και πατέρα μαζί. Τον μεγάλωσε με στοργή κι ήταν και οι δυο τους ευτυχισμένοι. Δυστυχώς, ήταν μεγάλη και η καρδιά της την πρόδωσε, λίγο πριν κλείσει τα έξι. Ο αδερφός του πατέρα του ήταν αυτός που θα τον έπαιρνε σπίτι για να ζήσει μαζί με την οικογένειά του. Ο πατέρας του είχε εξαφανιστεί για τα καλά.

Μαρτυρικά χρόνια πέρασε δίπλα τους, ποτέ δεν τον αποδέχτηκαν στην οικογένεια και τον θεωρούσαν βάρος και πρόβλημα. Δωμάτιό του ήταν η αποθήκη του σπιτιού και ρούχα του αυτά που δεν έκαναν πλέον στις ξαδέρφες του. Αν δεν τους ένοιαζαν τα σχόλια του κόσμου, ακόμα και τις φούστες τους θα φορούσε. Σπίτι, σχολείο και πάλι σπίτι, κλεισμένος στο δωμάτιο του βούλιαζε καθημερινά από απόγνωση και στεναχώρια. Φίλους στο δημοτικό και στο γυμνάσιο δεν είχε και μόνο λίγο στο λύκειο ανοίχτηκε και έκανε παρέες. Ντρεπόταν για την εμφάνισή του, ντρεπόταν που δεν είχε ποτέ λεφτά για εξόδους και για να ζήσει την ζωή του γενικώς. Κάπου εκεί στις τάξεις του λυκείου έπιασε δουλειά σε μια καφετέρια κοντά στο σπίτι του και για πρώτη φορά έπαιρνε ανάσα. Ανάσα ψυχολογική και οικονομική. Ήταν καλό και μαζεμένο παιδί και το αφεντικό του το αναγνώριζε. Οι πελάτες τον συμπαθούσαν και τα φιλοδωρήματα μαζί με τα λεφτά που έπαιρνε, ήταν υπέρ-αρκετά για τις ανάγκες του. Η θεία του, όταν αντιλήφθηκε ότι έβγαζε καλό χαρτζιλίκι απαίτησε ένα μεγάλο μερίδιο για τα έξοδα που έκαναν όλα αυτά τα χρόνια, για να τον μεγαλώσουν. Άρχισε να τα δίνει αδιαμαρτύρητα μόνο που κάθε φορά ήθελε περισσότερα.

Έτσι κυλούσε ο καιρός μέχρι να τελειώσει το λύκειο και το μόνο που δεν είχε θέση στην ζωή του, ήταν ο έρωτας. Δεν ασχολήθηκε ποτέ με τα κορίτσια, ίσως τα είχε μισήσει από τις ξαδέρφες του που πάντα του δημιουργούσαν πρόβλημα. Έτρωγαν κρέας και καλά γεύματα γεμάτες λαχτάρα, όταν το δικά του γεύματα ήταν όσπρια και ζυμαρικά, λέγοντας του ποσό νόστιμα είναι. Συνέχεια τον προσβάλαν και τον υποτιμούσαν – όπως ακριβώς και οι γονείς τους – και αυτό συνεχίστηκε μέχρι που έφυγε για να κάνει την θητεία του. Όταν παρουσιάστηκε στο στρατό, αποφάσισε να μην ξανά γυρίσει ποτέ πια σε εκείνους γι’ αυτό και μάζεψε όλα τα λιγοστά υπάρχοντα του και έφυγε χωρίς καν να τους χαιρετήσει. Κατά την διάρκεια που ήταν φαντάρος σε μια έξοδο του, ρέστος από λεφτά και τσιγάρα, δέχτηκε να ακολουθήσει έναν άντρα μεγαλύτερο που έβλεπε συχνά έξω από το στρατόπεδο. Ο άνδρας προσφέρθηκε να του κάνει το τραπέζι, με αντάλλαγμα λίγη παρέα και συντροφιά. Δεν είχε τίποτα να χάσει κι έτσι, τον ακολούθησε και σιγά σιγά οι συναντήσεις του έγιναν όλο και πιο πυκνές. Πέρναγε καλά μαζί με τον Ηλία, συζητούσαν για διάφορα θέματα ήταν αρκετά καλλιεργημένος και απολάμβανε τις συζητήσεις τους. Ήταν σκηνοθέτης και μάλιστα εντελώς συμπτωματικά την πρώτη και μοναδική φορά που έτυχε να πάει κινηματογράφο, είχε δει δική του ταινία. Ο Ηλίας κατάλαβε αμέσως ότι είχε να κάνει με ένα αγνό, πονεμένο παιδί που δεν αποσκοπούσε να βρεθεί στο κρεβάτι μαζί του για χαρτζιλίκι. Τον ερωτεύθηκε τον Στάθη και τον ήθελε στην ζωή του, το θέμα ήταν όμως ότι ο Στάθης ήταν άπειρος και ανίδεος ως προς την σεξουαλική του ταυτότητα. Τα πράγματα όμως δεν άργησαν να ξεκαθαρίσουν και ο Στάθης εντυπωσιασμένος από την γνωριμία του και τον τρόπο ζωής του τους τελευταίους μήνες, τον άφησε να τον καθοδηγήσει.

Τελειώνοντας την θητεία του μετακόμισε στο σπίτι του εραστή του στην Αθηνά και συζούσαν ευτυχισμένοι. Τα χρόνια περνούσαν και οι σκηνοθετικές του αποτυχίες του Ηλία άρχισαν να διαδέχονταν η μια την άλλη. Τότε περίπου άρχισαν τα προβλήματα με το ποτό καθώς και κάποιες απιστίες. Ο Στάθης δεν μπορούσε να ακολουθήσει τους ρυθμούς του και ήταν ανίδεος ως προς τον τρόπο ζωής ενός διάσημου ανθρώπου. Όσο και αν ο Ηλίας αγαπούσε τον Στάθη κάποιες φορές δυσανασχετούσε με την αμάθεια του και στο ότι δεν μπορούσε να σταθεί δίπλα του όπως αρμόζει σε αυτές τις περιπτώσεις. Όταν τον κούραζε έψαχνε τον έρωτα σε νέους εραστές. Μια από αυτές τις βραδιές κόστισε στον Ηλία ακριβά, καθώς διαγνώστηκε με AIDS. Στους λίγους μήνες ζωής που του έμεναν, μετανιωμένος ζήτησε την αγάπη και την φροντίδα του Στάθη, που αν και προδομένος, του την πρόσφερε. Το σοκ της απιστίας το πέρασε μαζί με την αγωνία των εξετάσεων για να αποδειχθεί ότι ο ίδιος δεν ήταν φορέας, ούτε νοσούσε τον ιό.

Στα χέρια του Στάθη άφησε την τελευταία του πνοή και για άλλη μια φορά βρέθηκε μόνος του. Η διαφορά όμως πλέον ήταν πως τώρα ήταν κάτοχος ενός διαμερίσματος και με ένα καλό χρηματικό ποσό στην τράπεζα. Η απώλεια τού στοίχισε, ένας άνθρωπος που αγάπησε και τον αγάπησε έφυγε από την ζωή. Βρήκε παρηγοριά στο ποτό και σιγά σιγά άρχισε να έχει προβλήματα με το συκώτι του. Κίρρωση του ήπατος ήταν η διάγνωση, όταν μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο σε άθλια κατάσταση. Ευτυχώς, λόγω του νεαρού της ηλικίας του, οι γιατροί έδωσαν μάχη να τον σώσουν και του έδωσαν μια ακόμη ευκαιρία. Την ευκαιρία αυτή την εκμεταλλεύτηκε με μια νέα σχέση με τον Αλέκο, έναν συνάδελφο από το εστιατόριο που δούλευαν μαζί. Ο Αλέκος τον νοιαζόταν πολύ, τον βοήθησε και με το πρόβλημα του αλκοολισμού αλλά έκανε ένα μοιραίο λάθος. Τον έπεισε να συμφιλιωθεί με τον παρελθόν του και να αναζητήσει ο Στάθης τον πατέρα του. Όταν τελικά συναντήθηκαν και του μίλησε για την ζωή του, ο πατέρας του έσκυψε το κεφάλι. Δεν μπορούσε να αποδεχτεί την διαφορετικότητα του γιου του όμως ήξερε ότι είχε μεγάλη ευθύνη και ο ίδιος. Θέλησε να του γνωρίσει τη νέα του οικογένεια καθώς και τα αδέρφια του με την προϋπόθεση να μην αναφέρει το σημείο που έκανε τον πατέρα του να ντρέπεται. Ο Στάθης που πλέον είχε συμβιβαστεί με το παρελθόν και το μέλλον του δεν ήθελε να αποδεχτεί τους όρους του πατέρα του και προτίμησε να ζήσει χωρίς αυτόν. Άλλωστε τόσα χρόνια είχε συνηθίσει την απουσία του. Χωρίς να το θέλει αυτή η συναισθηματική φόρτιση τον οδήγησε ακόμα μια φορά στον αλκοολισμό και όσο αν προσπαθούσε ο Αλέκος να τον συνεφέρει οι προσπάθειες του έπεφταν στο κενό. Ο Αλέκος παραιτημένος και ηττημένος από την προσπάθεια να τον βοηθήσει αποφάσισε να χωρίσουν. Δεν ήθελε να είναι εκεί όταν θα άφηνε την τελευταία πνοή ο Στάθης. Αυτό θα γινόταν σίγουρα γιατί η πορεία της υγείας του ήταν προδιαγεγραμμένη. Ίσως είχε και την ελπίδα ότι ο χωρισμός θα τον ταρακουνούσε, αλλά μάταια.

Μόνος του πλέον στο διαμέρισμα του Ηλία αργοπέθαινε βουλιάζοντας στο αλκοόλ και το τσιγάρο καθημερινά. Κάποια στιγμή οι γείτονες παραπονέθηκαν για την μυρωδιά από το διαμέρισμα του. Τον βρήκε η αστυνομία.